Παρουσίαση/Προβολή
«Διοίκηση και Οργάνωση της Εκκλησίας της Ελλάδος», ΔΠΜΣ «Ελλάδα: Εκκλησιαστική Ιστορία και Πολιτισμός», ΑΠΘ - ΕΚΠΑ
(THEOL501) - Ιωάννης Παναγιωτόπουλος
Περιγραφή Μαθήματος
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Ιστορική εξέλιξη της διοικητικής αυτοτέλειας
Από την Επανάσταση του 1821 έως τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο
Α. Οι συνέπειες του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα του 1821 στη διοίκηση των ελλαδικών Μητροπόλεων και Επισκοπών — Ο Ιωάννης Καποδίστριας (1827–1831)
Η έκρηξη της Επαναστάσεως του 1821 επέφερε ρήξη στην εκκλησιαστική τάξη του ελλαδικού χώρου ίσης, αν όχι μείζονος, σπουδαιότητας με την πολιτική. Όλες οι Μητροπόλεις και Επισκοπές των επαναστατημένων περιοχών υπήγοντο κανονικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως· το Πατριαρχείο, όμως, ευρίσκετο εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και βίωνε την πολιορκητική πίεση της Πύλης, η οποία έβλεπε στον Πατριάρχη τον εγγυητή της ευταξίας των Ρωμιών. Η δολοφονία του Πατριάρχου Γρηγορίου Ε΄ (10 Απριλίου 1821) —ακριβώς ως αντίποινα για την ελληνική εξέγερση— ανέδειξε με τραγικό τρόπο την αδύνατη θέση στην οποία βρέθηκε η Εκκλησία: υποχρεωμένη να αφορίζει τους επαναστάτες, ενώ πλείστοι εξ αυτών ήσαν κληρικοί της.
Εντός της επαναστατημένης Ελλάδος το κενό ήταν ολικό. Δεν υπήρχε κανονική διοίκηση των Μητροπόλεων, οι ιεράρχες ήσαν διαιρεμένοι μεταξύ συμπολέμησης και αφανούς ουδετερότητας, και η εκκλησιαστική περιουσία υπέκειτο σε άτακτη διαχείριση. Ορισμένοι Επίσκοποι έγιναν μορφές του αγώνα —ο Παπαφλέσσας (Γρηγόριος Δικαίος), ο Ησαΐας Σαλώνων— ενώ άλλοι παρέμεναν σε αμφίθυμη σχέση με τους επαναστάτες.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας, αναλαμβάνοντας Κυβερνήτης τον Ιανουάριο του 1828, αντιμετώπισε μια Εκκλησία αποδιαρθρωμένη. Η πρώτη του κίνηση ήταν η σύσταση πενταμελούς Ιερατικής Επιτροπής, η οποία ανέλαβε τη διοίκηση των εκκλησιαστικών υποθέσεων —εν τη απουσία λειτουργούσης Συνόδου— κατά τα πρότυπα της ρωσικής Συνοδικής παραδόσεως, την οποία ο Καποδίστριας γνώριζε από πρώτο χέρι ως πρώην υπουργός Εξωτερικών του Τσάρου. Παράλληλα, ρύθμισε τη μοναστηριακή ζωή, θεσπίζοντας ελάχιστο αριθμό μοναχών ανά μοναστήρι και δεσμεύοντας τα έσοδα των υπολοίπων Μονών υπέρ της Παιδείας και της Εθνικής Βοήθειας.
Κρίσιμης σημασίας είναι η στάση του Καποδίστρια έναντι του ζητήματος της κανονικής αυτοτέλειας: παρότι πολλοί στο πολιτικό περιβάλλον του πίεζαν για άμεση ανακήρυξη αυτοκεφαλίας, ο Κυβερνήτης απέρριψε κάθε μονομερή πράξη. Επεδίωκε, αντιθέτως, διπλωματική λύση σε συνεννόηση με το Πατριαρχείο —αντίληψη ιδιαιτέρως πρωτοπόρα για την εποχή— επιδιώκοντας κανονική και όχι αυθαίρετη αυτοτέλεια. Η δολοφονία του στο Ναύπλιο (9 Οκτωβρίου 1831) ανέκοψε αυτή την πορεία, αφήνοντας άλυτο ένα πρόβλημα που η αντιβασιλεία θα αντιμετωπίσει με τρόπο πολύ διαφορετικό.
Β. Η αυτογνώμων ανακήρυξη του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος (1833)
Μετά τη δολοφονία Καποδίστρια και την εγκατάσταση του ανηλίκου Βαυαρού βασιλιά Όθωνα, η αντιβασιλεία —με επικεφαλής αρχικά τον Josef Ludwig von Armansperg και μεταγενέστερα τον Georg Ludwig von Maurer— προέβη σε ριζική εκκλησιαστική αναδιοργάνωση υπό το πνεύμα του γερμανικού φωτισμένου ρεγαλισμού. Ο Maurer, πολιτικός και νομικός φιλελεύθερος, ήταν ο κύριος αρχιτέκτων του κειμένου που μετέβαλε τη μοίρα της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Με το Βασιλικό Διάταγμα της 23ης Ιουλίου (4 Αυγούστου) 1833 ανακηρύχθηκε η «Ορθόδοξος Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Ελλάδος», εντελώς αποκεκομμένη από κάθε εξάρτηση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η Εκκλησία τέθηκε υπό τη διεύθυνση πενταμελούς Ιεράς Συνόδου, τα μέλη της οποίας διορίζονταν από τον Βασιλέα, και υπό την επιτήρηση «Βασιλικού Επιτρόπου» (laicus in sacris), ο οποίος ασκούσε κυβερνητικό έλεγχο στις εσωτερικές εκκλησιαστικές υποθέσεις. Η σύλληψη αυτή ανεπαρκώς απέκρυπτε τον ουσιαστικό προορισμό της: να καταστήσει την Εκκλησία εργαλείο κρατικής πολιτικής.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αρνήθηκε κατηγορηματικά να αναγνωρίσει την πράξη, χαρακτηρίζοντάς την «σχισματική» και μη κανονική. Η ανακήρυξη του 1833 ελλείπει κάθε κανονικής νομιμοποίησης: δεν προηγήθηκε κανονική Σύνοδος, δεν υπήρξε ρητή συναίνεση της Μητρός Εκκλησίας, δεν τηρήθηκε ουδεμία από τις κανονιστικές προϋποθέσεις που η ορθόδοξη παράδοση έχει θεσπίσει για τη χορήγηση αυτοκεφαλίας. Πρόκειται, εν τέλει, για μονομερή κρατική πράξη εμπνευσμένη από πρωσικά και ρωσικά νομοθετικά πρότυπα, τα οποία ο Maurer εφάρμοσε αδιακρίτως σε ένα ελληνικό πλαίσιο εντελώς ετερογενές.
Γ. Η ανακήρυξη του Αυτοκεφάλου της εν Ελλάδι Εκκλησίας (1850)
Μετά από δεκαεπτά χρόνια κανονικού σχίσματος, πολύπλοκες διπλωματικές διαπραγματεύσεις και παρεμβάσεις εκπαιδευμένων θεολόγων —εξ ων εξέχουσα ήταν η συμβολή του Αλεξάνδρου Υψηλάντη και κυρίως του Νεοφύτου Βάμβα— το Οικουμενικό Πατριαρχείο, υπό τον Πατριάρχη Άνθιμο Δ΄ και με τη συγκατάθεση ολόκληρης της Αγίας και Ιεράς Συνόδου, εξέδωσε τον Ιούνιο του 1850 τον Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο με τον οποίο αναγνωρίζετο επισήμως το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Η αναγνώριση αυτή δεν ήταν άνευ όρων. Ο Τόμος προέβλεπε ρητά: πρώτον, η Εκκλησία της Ελλάδος ώφειλε να μνημονεύει το όνομα του Οικουμενικού Πατριάρχου κατά τις ιερές ακολουθίες· δεύτερον, ώφειλε να αποδέχεται τις δογματικές και κανονικές αποφάσεις του Πατριαρχείου και των Πανορθοδόξων Συνόδων· τρίτον, δεν δικαιούτο να εκτείνει την εκκλησιαστική της δικαιοδοσία πέραν των πολιτικών συνόρων του ελληνικού κράτους.
Ο Τόμος του 1850 υπήρξε σταθμός όχι μόνο για την Εκκλησία της Ελλάδος, αλλά και για την ευρύτερη εξέλιξη του αυτοκεφάλου στην Ορθοδοξία. Κατοχύρωσε έναν τύπο αυτοκεφαλίας «εντός κοινωνίας» —δηλαδή πλήρους εκκλησιαστικής επικοινωνίας με το Πατριαρχείο— θέτοντας όρια στον κρατικό εκκλησιαστικό αυτονομισμό, χωρίς να αναιρεί τη διοικητική ανεξαρτησία. Το υπόδειγμα αυτό θα επαναληφθεί, με παραλλαγές, στα αυτοκέφαλα που ακολούθησαν στον βαλκανικό χώρο.
Δ. Οι Πατριαρχικές και Συνοδικές Πράξεις 1866 και 1882
Καθώς η Ελλάδα επεκτεινόταν εδαφικά μέσα από συνθήκες και διπλωματικές κατακτήσεις, ανέκυπτε αναπόφευκτα το εκκλησιαστικό ζήτημα των εντασσομένων περιοχών. Ο Τόμος του 1850 δεν αποτελούσε βέβαια αυτόματο τίτλο αυτοδίκαιης μεταβιβάσεως· απαιτείτο κατά περίπτωση η σχετική Πατριαρχική Πράξη.
Με την Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1866, μετά την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα (1864), μεταβιβάστηκαν στην Εκκλησία της Ελλάδος οι αντίστοιχες Μητροπόλεις και Επισκοπές. Το ίδιο επαναλήφθηκε με την Πράξη του 1882 για τις Μητροπόλεις Θεσσαλίας και τμήματος Ηπείρου —που είχαν παραχωρηθεί στην Ελλάδα μετά το Συνέδριο του Βερολίνου (1878) και με τη Σύμβαση Κωνσταντινουπόλεως (1881).
Οι δύο αυτές Πράξεις εδραίωσαν έναν κανόνα που αποδείχθηκε ανθεκτικός: κάθε εδαφική ενσωμάτωση ελληνικών περιοχών θα τακτοποιείτο εκκλησιαστικά μέσω ειδικής Πατριαρχικής πράξης, η οποία θα καθόριζε τους όρους μεταβιβάσεως και τις κανονικές υποχρεώσεις. Το πρότυπο αυτό θα εφαρμοστεί —με σημαντικές τροποποιήσεις— και στο κρίσιμο ζήτημα των Νέων Χωρών, το 1928.
Ε. Το εκκλησιαστικό καθεστώς των λεγομένων Νέων Χωρών (1928)
Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912–1913) και η Συνθήκη Βουκουρεστίου (1913) προσέθεσαν στην Ελλάδα ευρύτατες περιοχές: Μακεδονία, Ήπειρο, νησιά Αιγαίου, και αργότερα (1920) Δυτική Θράκη. Οι περιοχές αυτές —γνωστές ως «Νέες Χώρες»— διαθέτουν Μητροπόλεις που από αιώνων υπήγοντο απευθείας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Το εκκλησιαστικό ζήτημα των Νέων Χωρών ήταν ανοικτό επί δεκαπενταετία. Τελικά, με την Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928, εκδοθείσα υπό τον Πατριάρχη Βασίλειο Γ΄, επετεύχθη ένα ευρηματικό —αν και θεολογικά και κανονικά ευαίσθητο— συμβιβαστικό καθεστώς: οι Μητροπόλεις των Νέων Χωρών παραχωρήθηκαν «επιτροπικώς» στη διοίκηση της Εκκλησίας της Ελλάδος, με ρητή διατήρηση της πνευματικής κυριαρχίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του δικαιώματος επανόδου τους σε αυτό.
Το αποτέλεσμα είναι ένα καθεστώς διπλής υπαγωγής, μοναδικό στην Ορθοδοξία: οι Μητροπολίτες των Νέων Χωρών μνημονεύουν τόσο τον Οικουμενικό Πατριάρχη όσο και τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, αναγνωρίζοντας ουσιαστικά δύο επικεφαλής ιεράρχες. Το καθεστώς τούτο ισχύει αναλλοίωτο έως σήμερα, παρά τις περιοδικές εντάσεις και τις απόπειρες αναθεωρήσεώς του από πλευράς της Εκκλησίας της Ελλάδος.
ΣΤ. Η ημιαυτόνομη Εκκλησία της Κρήτης (1900)
Η εκκλησιαστική ιστορία της Κρήτης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πολιτική της τύχη. Κατά τη διάρκεια της Κρητικής Πολιτείας (1898–1913), όταν το νησί απέκτησε ημιαυτονομία υπό οθωμανική επικυριαρχία και ευρωπαϊκή επιτροπεία, το Οικουμενικό Πατριαρχείο εξέδωσε τον Πατριαρχικό Τόμο του 1900, με τον οποίο συνεστήθη η «Ημιαυτόνομος Εκκλησία Κρήτης».
Το καθεστώς που αναπτύχθηκε είναι πρωτότυπο: η Εκκλησία Κρήτης αυτοδιοικείται μέσω της ιδίας Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου, εκλέγει τον Αρχιεπίσκοπό της —ο οποίος επικυρώνεται, όμως, από τον Οικουμενικό Πατριάρχη— και ο Πατριάρχης μνημονεύεται κατά τις Θείες Λειτουργίες. Δεν μεταβιβάστηκε ποτέ στη δικαιοδοσία της Εκκλησίας της Ελλάδος, παρά την πολιτική ένωση της Κρήτης το 1913.
Η επιβίωση αυτής της ρύθμισης υπεράνω πολιτικών ανακατατάξεων αποδεικνύει την ισχύ των κανονικών παραδόσεων: ακόμα και μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης και τη σταθεροποίηση των ελληνικών συνόρων, η Εκκλησία Κρήτης παρέμεινε εντός της κανονικής σφαίρας του Πατριαρχείου, αποτελώντας μέχρι σήμερα έναν ενδιαφέροντα ενδιάμεσο θεσμικό τύπο ανάμεσα στην πλήρη αυτοκεφαλία και την άμεση πατριαρχική εξάρτηση.
Ζ. Το διοικητικό καθεστώς του Αγίου Όρους
Η Αθωνική Πολιτεία αποτελεί ένα εκκλησιαστικό και πολιτικό μόρφωμα χωρίς παράλληλο στη σύγχρονη Ευρώπη. Κανονικά, η χερσόνησος του Άθωνα υπάγεται άμεσα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο ασκεί πνευματική κυριαρχία επί των είκοσι κυρίαρχων Μονών. Πολιτικά, ανήκει στην ελληνική επικράτεια. Διοικητικά, αυτοκυβερνάται από ιδία σώματα: την Ιερά Κοινότητα (η οποία συγκροτείται από εκπροσώπους όλων των Μονών) και την Ιερά Επιστασία (τετραμελές εκτελεστικό όργανο).
Το καθεστώς τούτο κατοχυρώθηκε στη Συνθήκη της Λωζάννης (1923) —αρχικά στους σχετικούς κανονισμούς— και ενσωματώθηκε αργότερα στο ελληνικό Σύνταγμα (άρθρο 105). Το περίφημο αβάτον —η απαγόρευση εισόδου γυναικών— κατοχυρώθηκε επίσης συνταγματικά, παρά τις αλλεπάλληλες πιέσεις από ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα.
Η Εκκλησία της Ελλάδος δεν ασκεί εκκλησιαστική δικαιοδοσία εντός του Αγίου Όρους. Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών δεν έχει αρμοδιότητα επί των αθωνικών Μονών· αυτές υπάγονται αποκλειστικά στον Οικουμενικό Πατριάρχη. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει μια από τις θεμελιώδεις αρχές της Ορθοδόξου κανονικής παραδόσεως: η εκκλησιαστική δικαιοδοσία δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με την πολιτική κυριαρχία.
Η. Το διοικητικό καθεστώς της Εξαρχίας Πάτμου και των Πατριαρχικών Μονών
Εντός του ελληνικού κράτους υφίστανται εκκλησιαστικές δομές που δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία της Εκκλησίας της Ελλάδος, αλλά εξαρτώνται άμεσα από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η σπουδαιότερη είναι η Πατμιακή Εκκλησιαστική Επαρχία —γνωστή και ως Εξαρχία Πάτμου— που περιλαμβάνει την ιστορική Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου (ιδρυθείσα το 1088 υπό τον Όσιο Χριστόδουλο) και εκτείνεται στα νησιά του Δωδεκανησίου.
Η ένταξη των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα (1947) δεν μετέβαλε τον εκκλησιαστικό χαρακτήρα αυτών των δομών: το Πατριαρχείο διατήρησε τη δικαιοδοσία του, αναγνωριζόμενης πλέον και από το ελληνικό κράτος. Παρομοίως, διεσπαρμένες ανά τον ελλαδικό χώρο λειτουργούν Πατριαρχικές Σταυροπηγιακές Μονές —εξ ων η σημαντικότερη είναι η Μονή Βλατάδων Θεσσαλονίκης— οι οποίες εξαιρούνται της δικαιοδοσίας της τοπικής Εκκλησίας.
Η ύπαρξη αυτών των «θυλάκων» πατριαρχικής δικαιοδοσίας εντός ελληνικής επικράτειας δεν αποτελεί ανωμαλία, αλλά συνέπεια της βαθιάς κανονικής παράδοσης της Ορθοδοξίας, η οποία δεν θεωρεί αυτονόητη την αντιστοίχιση εκκλησιαστικών και πολιτικών ορίων.
Θ. Ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος (Ν. 590/1977)
Η μεταπολίτευση υπήρξε για την Ελλάδα περίοδος θεσμικής ανασυγκρότησης σε κάθε επίπεδο. Στο εκκλησιαστικό πεδίο, η κυβέρνηση Καραμανλή —μετά την κατάρρευση της χουντικής περιόδου (1967–1974), κατά την οποία η ηγεσία της Εκκλησίας είχε χαρακτηριστεί από πολιτική εξάρτηση— αντιμετώπισε την ανάγκη ενός σύγχρονου νομοθετικού πλαισίου.
Ο Νόμος 590/1977 «Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος» ψηφίστηκε και παραμένει σε ισχύ έως σήμερα. Κωδικοποιεί τη δομή της Εκκλησίας σε τρία επίπεδα: τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος, ως πρώτο μεταξύ ίσων· την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας, ως ανώτατο αποφασιστικό σώμα· και τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο, ως εκτελεστικό όργανο σύνθεσης δώδεκα Αρχιερέων. Ρυθμίζει επίσης τον τρόπο εκλογής Αρχιεπισκόπου και Μητροπολιτών, τη διαχείριση εκκλησιαστικής περιουσίας και τη σχέση Εκκλησίας-Πολιτείας.
Ο Χάρτης εντάσσεται στο ευρύτερο συνταγματικό πλαίσιο: το άρθρο 3 του Συντάγματος 1975 κατοχυρώνει την Ορθόδοξη Εκκλησία ως «επικρατούσα θρησκεία», ενώ ταυτόχρονα εγγυάται τη θρησκευτική ελευθερία. Ο Ν. 590/1977 μεταφράζει αυτή τη συνταγματική θέση σε θεσμικό πλαίσιο, θέτοντας τα θεμέλια για τη διοίκηση της Εκκλησίας στην τελευταία πεντηκονταετία.
Ι. Η δράση των Αρχιεπισκόπων Σεραφείμ (1974–1998) και Χριστόδουλου (1998–2008)
α) Ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ
Ο Σεραφείμ Τίκας (Αρχιεπίσκοπος 1974–1998) ανέλαβε τη διακυβέρνηση της Εκκλησίας σε μια από τις πιο κρίσιμες στιγμές της νεότερης ελληνικής ιστορίας: αμέσως μετά την κατάρρευση της χούντας. Η παρουσία της Εκκλησίας ήταν βεβαρημένη από τη διαχείριση της σχέσης με το δικτατορικό καθεστώς, και ο Σεραφείμ ανέλαβε να αποκαταστήσει τόσο την εκκλησιαστική ενότητα όσο και τη δημόσια αξιοπιστία του θεσμού.
Κατά τη μακρά θητεία του επέβλεψε την ψήφιση του Καταστατικού Χάρτου (1977), διαχειρίστηκε τις σχέσεις με τις κυβερνήσεις Παπανδρέου κατά περιόδους έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης —ιδίως κατά τη διαμάχη για τη νομοθεσία περί Μητρώων Πολιτών και τον πολιτικό γάμο (1982)— και αντιμετώπισε ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας, κυρίως σχετικά με τη δραστηριότητα των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Ο Σεραφείμ εκπροσώπησε μια συντηρητική εκκλησιαστική ηγεσία, ευθυγραμμισμένη με τον παραδοσιακό ρόλο της Εκκλησίας ως θεσμικής αρχής, χωρίς την τάση ανοικτής δημόσιας παρεμβατικότητας.
β) Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος
Η εκλογή του Χριστόδουλου Παρασκευαΐδη το 1998 σηματοδότησε τομή στη δημόσια παρουσία της Εκκλησίας. Χαρισματικός ομιλητής, ικανότατος επικοινωνιολόγος και πολιτικά ευαίσθητος, ο Χριστόδουλος επέλεξε από την πρώτη στιγμή μια στρατηγική ενεργητικής παρεμβολής στον δημόσιο βίο, την οποία χαρακτήρισε ίδια ο ίδιος ως «Εκκλησία στον δρόμο».
Η κορύφωση αυτής της παρεμβατικής στάσης ήταν η αντίθεσή του στην απαλοιφή της ένδειξης θρησκεύματος από τις αστυνομικές ταυτότητες (2000), απόφαση της κυβερνήσεως Σημίτη. Ο Χριστόδουλος οργάνωσε συλλογή υπογραφών υπέρ δημοψηφίσματος —κινητοποίηση που συγκέντρωσε τρία εκατομμύρια υπογραφές— και πλαισίωσε την αντίδρασή του με ευρύτατο θεολογικό και πολιτικό επιχειρηματολόγιο. Η δε στάση του απέναντι στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και στο Σύνταγμα του 2001 έδειξε μια ηγεσία που διεκδικούσε ρόλο ενεργού πρωταγωνιστή.
Αμφιλεγόμενος εν ζωή —λόγω τόσο των επικοινωνιακών υπερβολών όσο και ορισμένων εσωτερικών εκκλησιαστικών συγκρούσεων— ο Χριστόδουλος παραμένει ωστόσο ο σημαντικότερος εκκλησιαστικός ηγέτης της μεταπολιτευτικής περιόδου ως προς τον αντίκτυπο στη δημόσια σφαίρα. Απεβίωσε τον Ιανουάριο του 2008, αφήνοντας πίσω του μια Εκκλησία που είχε ανακτήσει θεσμική παρουσία —με τίμημα την ανάμιξή της στην πολιτική αντιπαράθεση.
* * *
Η ιστορία της διοικητικής αυτοτέλειας της Εκκλησίας της Ελλάδος αποτελεί κάτοπτρο της ελληνικής νεωτερικότητας: μιας χώρας που επιδίωξε ταυτοχρόνως την εθνική ανεξαρτησία και τη διατήρηση της βυζαντινής κληρονομιάς, τον εκσυγχρονισμό και την παράδοση, την κοσμική νομιμότητα και την κανονική αρχή. Οι εκκλησιαστικοί θεσμοί που διαμορφώθηκαν κατά τα διακόσια αυτά χρόνια φέρουν στη δομή τους τα ίχνη κάθε ιστορικής περιόδου.
Ημερομηνία δημιουργίας
Παρασκευή 15 Μαΐου 2026
-
Περίγραμμα
Δεν υπάρχει περίγραμμα