Please ensure Javascript is enabled for purposes of website accessibility

Μάθημα : ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΕΣ ΑΞΙΕΣ & ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΙΑΤΡΙΚΗ

Κωδικός : MED2135

500800 - Α. Χ. Λάζαρης, Καθηγητής Παθολογικής Ανατομικής - Κ. Καλαχάνης, Δρ Φιλοσοφίας - Μ. Γιάνναρη, M.Ed. - Δρ Ε. Μανού, Κοινωνιολόγος-Εκπαιδευτικός

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΩΣ ΟΝΕΙΡΟΥ ΣΕ ΔΥΟ ΚΩΜΩΔΙΕΣ ΤΟΥ ΣΑΙΞΠΗΡ ΜΕ ΣΚΗΝΟΘΕΤΡΙΑ ΤΗΝ ΤΖΟΥΛΙ ΤΕΪΜΟΡ

Περιγραφή

Τα δύο αριστουργήματα του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας» (A Midsummer Night's Dream, περ. 1595) και «Η Τρικυμία» (The Tempest, περ. 1611), μοιράζονται θεμελιώδη κοινά σημεία. Και στα δύο έργα, η μαγεία, τα υπερφυσικά πλάσματα (ξωτικά / πνεύματα) και οι μάγοι-ηγεμόνες (Όμπερον / Πρόσπερος) λειτουργούν ως καταλύτες για τη λύση των ανθρώπινων συγκρούσεων, οδηγώντας τελικά σε αίσιο τέλος και γάμους.

 

Η Τζούλι Τέιμορ θεωρείται μία από τις πιο τολμηρές και οπτικά καινοτόμες σκηνοθέτριες που έχουν καταπιαστεί με το έργο του Σαίξπηρ. Οι θεατρικές και κινηματογραφικές της προσαρμογές ξεχωρίζουν για τον μαγικό ρεαλισμό τους, την έντονη μουσικότητα, τα εκπληκτικά κοστούμια και τη χρήση μαριονετών, αναμιγνύοντας το κλασικό κείμενο με μια μοντέρνα, πολυπολιτισμική αισθητική. Αν και ορισμένοι παραδοσιακοί λάτρεις του Σαίξπηρ θεωρούν ότι η οπτική υπερβολή της Τέιμορ μερικές φορές «καταπίνει» την απαγγελία του κειμένου, οι περισσότεροι αναγνωρίζουν το έργο της ως ένα τεράστιο βήμα για τη θεατρική εικαστική πρωτοπορία.

 

 Το «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας» είναι η πιο δημοφιλής αισθηματική κωμωδία του Σαίξπηρ. Πλοκή και χαρακτήρες εμπλέκονται σε ένα μαγεμένο δάσος, θέτοντας στο επίκεντρο το παράλογο και την ευμετάβλητη φύση του έρωτα ( βλ. και ανάρτηση https://tinyurl.com/yzccsytn ).

Στο έργο του αυτό ο Σαίξπηρ καταπιάνεται με το ερωτικό θέμα με θαυμαστή μαστοριά κι ελευθερία. Πλέκει την ιστορία του με ανθρώπινα πλάσματα όλων των τάξεων, βασιλιάδες, αστούς, λαό, δαιμόνια και ξωτικά παραμυθένια, που όλοι και όλα βρίσκονται σε κάποιαν ευγενική και καλόβολη οικειότητα σχέσεων μεταξύ τους, και συνθέτει μια ερωτική ιστορία τόσο χαριτωμένη, τόσο πλημμυρισμένη μ’ ευφρόσυνη διάθεση, που δεν έχει όμοιά της.

Ο ποιητής, μαγεμένος κι ο ίδιος από τη μαγεία της φύσης και της νιότης, σκύβει με συγκαταβατική αγάπη στη «φτηνή», κοινή ανθρώπινη ζωή, την ανεβάζει στο μαγικό πατάρι της σκηνής και τη φωτίζει με το ζωηρό φως της υγείας, της αγνότητας, της αθωότητας, της φυσικής ευγένειας και δείχνει μια ανθρωπότητα λαμπρή, ακόμη και με την κωμική της όψη, καθόλου ρομαντική ούτε μυστικιστική, παρά γερή, θαρρετή, ελεύθερη, την ανθρωπότητα της Αναγέννησης.

Στο «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας» ο ποιητής θολώνει τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Η περιπλάνηση των ηρώων στο μαγεμένο δάσος λειτουργεί ως μεταφορά: η ίδια η ζωή παρομοιάζεται με ένα όνειρο, όπου τα συναισθήματα και οι καταστάσεις αλλάζουν απρόβλεπτα, χωρίς πάντα λογική εξήγηση.

 

 Η δράση λαμβάνει χώρα στην αρχαία Αθήνα και σε ένα κοντινό δάσος. Συνδετικός κρίκος στις τρεις ιστορίες που παρουσιάζονται είναι οι γάμοι του Θησέα, δούκα της Αθήνας, και της Ιππολύτης, βασίλισσας των Αμαζόνων.

 

  • Οι Αθηναίοι Εραστές: Στην αρχική σκηνή, η Ερμία αρνείται να συμβιβαστεί με την επιθυμία του πατέρα της, Αιγέα, να την παντρέψει με τον Δημήτριο. Ο πατέρας της όμως, μπροστά στον Θησέα, επικαλείται έναν αρχαίο, αυστηρό αθηναϊκό νόμο, σύμφωνα με τον οποίο η κόρη πρέπει να παντρευτεί τον μνηστήρα που διάλεξε ο πατέρας της, αλλιώς αντιμετωπίζει ποινή θανάτου ή ισόβια υπηρεσία στη θεά Αρτέμιδα.

 

Τζον Σίμονς: Ερμία και Λύσανδρος. Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας (1870).

 

Η Ερμία είναι ερωτευμένη με έναν άλλον νέο, τον Λύσανδρο. Η Ερμία και ο αγαπημένος της, ο Λύσανδρος, αποφασίζουν να κλεφτούν και να διαφύγουν τη νύχτα μέσα από το δάσος. Η Ερμία εμπιστεύεται το σχέδιο στην καλύτερη φίλη της, την Ελένη, η οποία, όντας απελπισμένα ερωτευμένη με τον Δημήτριο, του το μαρτυράει για να κερδίσει την εύνοιά του και έτσι ο Δημήτριος να διαλέξει εκείνη για ταίρι του. Οι δυο τους ακολουθούν τους δυο αγαπημένους, που, ανυποψίαστοι, έχουν πια αποκοιμηθεί στο δάσος.

Το μαγεμένο δάσος δεν είναι απλώς ένα φυσικό τοπίο, αλλά ένας χώρος όπου κυριαρχούν τα ξωτικά, η μαγεία και το υποσυνείδητο. Εκεί, οι ερωτικές επιθυμίες και οι συγκρούσεις των χαρακτήρων εκδηλώνονται ελεύθερα, όπως ακριβώς συμβαίνει στα όνειρα.

  • Η Κρίση στα Ξωτικά: Εν τω μεταξύ, στο ίδιο δάσος καταφτάνουν ο Όμπερον, βασιλιάς των ξωτικών, και η βασίλισσα Τιτάνια, οι οποίοι έχουν τσακωθεί διότι η Τιτάνια αρνείται να δώσει για ακόλουθο στον Όμπερον ένα νεραϊδοπαίδι, του οποίου όταν πέθανε η μάνα, η Τιτάνια πήρε την επιμέλεια.

Γιόζεφ Νόελ Πάτον: H φιλονικία του Όμπερον και της Τιτάνιας (1849). Αυτός ο Σκωτσέζος καλλιτέχνης της βικτωριανής εποχής ζωγράφισε δύο από τα πιο διάσημα και λεπτομερή έργα αφιερωμένα στον βασιλιά των ξωτικών: Ο παραπάνω πίνακας στεγάζεται στις Εθνικές Πινακοθήκες της Σκωτίας∙ πρόκειται για μια τεράστια, εξαιρετικά λεπτομερή ελαιογραφία η οποία απεικονίζει τον καβγά μεταξύ του βασιλιά των ξωτικών και της βασίλισσας για έναν κι απ΄τους δύο διεκδικούμενο ακόλουθο. Είναι ένας πίνακας διάσημα γεμάτος με πάνω από 160 μικροσκοπικές νεράιδες, καλικάντζαρους και πλάσματα του δάσους.

 

Ο Όμπερον θέλει να ταλαιπωρήσει τη γυναίκα του κι έτσι στέλνει τον πιστό του βοηθό Πακ (ή Πουκ, σε παλαιότερες εκδοχές) για να βρει ένα λουλούδι, το μαγικό νέκταρ του οποίου κάνει όποιον του πέσει στα μάτια την ώρα που κοιμάται, να ερωτευθεί παράφορα το πρώτο ον που θα δει μπροστά του, ξυπνώντας.

 

Τζον Σίμονς: Η Τιτάνια ενώ κοιμάται. Υδατογραφία (1873).

 

  • Το Μάγεμα των Εραστών: Βλέποντας τον Δημήτριο να συμπεριφέρεται άσχημα στην Ελένη, ο Όμπερον διατάζει τον Πακ να ρίξει λίγο νέκταρ στα βλέφαρά του. Κατά λάθος, ο Πακ το ρίχνει στον Λύσανδρο, ο οποίος, μόλις ξυπνάει, βλέπει και ερωτεύεται την Ελένη. Ο Δημήτριος ακόμα ακολουθεί την Ερμία και ο Όμπερον στην προσπάθεια του να λύσει το πρόβλημα, μαγεύει και τον Δημήτριο. Εξαιτίας του λάθους του Πακ, τώρα και οι δυο άνδρες τσακώνονται για την Ελένη, η οποία όμως πιστεύει ότι την κοροϊδεύουν. Οι δύο κοπέλες έρχονται σε ρήξη, αφού και οι δύο νέοι έχουν ερωτευτεί την Ελένη.

Βιώνουμε την  ευμετάβλητη φύση του έρωτα, καθώς η χρήση του μαγικού νέκταρ από τον Πακ προκαλεί κωμικές παρεξηγήσεις και αλλαγές συντρόφων. Ο Σαίξπηρ θίγει το παράλογο του έρωτα, δείχνοντας ότι όπως στα όνειρα έτσι και στην πραγματικότητα, τα συναισθήματα είναι εύθραυστα και υποκειμενικά.

Οι τέσσερεις χαρακτήρες κυνηγιούνται και τσακώνονται όλη τη νύχτα και αναζητούν μέρος για μονομαχία κι έτσι ο Όμπερον διατάζει τον Πακ να τους κρατήσει χώρια και να ξεμαγέψει τον Λύσανδρο για να αποτρέψει την αιματοχυσία.

 

  • Οι Ερασιτέχνες Ηθοποιοί: Εν τω μεταξύ, μια ομάδα τεχνιτών χαμηλής κοινωνικής τάξης έχουν κανονίσει να στήσουν μια παράσταση με την ιστορία του Πύραμου και της Θίσβης για να παιχτεί στον γάμο του δούκα Θησέα και τριγυρίζουν μες στο δάσος, κοντά στην περιοχή που κοιμάται η Τιτάνια. Ο Πακ βλέπει τον Πάτο (Nick Bottom), έναν θεατρόπληκτο υφαντή, και μετατρέπει το κεφάλι του σε γαϊδάρου.

Χένρι Φουζέλι: Ο Όμπερον στάζει το νέκταρ στα μάτια της Τιτάνιας, ενώ αυτή κοιμάται (1793-4). Αυτός ο Ελβετο-Βρετανός καλλιτέχνης του 18ου αιώνα είναι διάσημος για τις δραματικές και θεατρικές απεικονίσεις του σαιξπηρικού φανταστικού στοιχείου. Πρόκειται για έναν στοιχειωτικά ατμοσφαιρικό πίνακα που απεικονίζει την καθοριστική στιγμή όπου ο βασιλιάς Όμπερον κάνει το ερωτικό ξόρκι στην κοιμισμένη βασίλισσά του, Τιτάνια.

 

Η Τιτάνια ξυπνάει και, μαγεμένη από το νέκταρ που της είχε ρίξει ο Όμπερον όταν αυτή κοιμόταν, ερωτεύεται κεραυνοβόλα τον Πάτο και του συμπεριφέρεται σαν αυτός να ήταν ευγενής, με όλες τις φροντίδες. Σε αυτή την κατάσταση, η Τιτάνια συναντάει τον Όμπερον και του δίνει τον διεκδικούμενο από εκείνον ακόλουθο∙ έτσι ο Όμπερον διατάζει τον Πακ να λύσει τα μάγια από την Τιτάνια και από τον Πάτο, καθώς είχε ήδη κάνει και με τον Λύσανδρο. Ο Όμπερον έχει έτσι αποκαταστήσει την τάξη. Το μαγικό ξόρκι λύνεται, η Τιτάνια επιστρέφει στον σύζυγό της και η λογική επανέρχεται.

 

Γιόζεφ Νόελ Πάτον: H συμφιλίωση της Τιτάνιας και του Όμπερον (1847). Και αυτός ο πίνακας του Πάτον εκτίθεται στις Εθνικές Πινακοθήκες της Σκωτίας. Ως συνέχεια του θέματος του πίνακα του ίδιου καλλιτέχνη που ήδη είδαμε, εδώ το ζευγάρι απεικονίζεται να επανενώνεται,  η δε ειρήνη μεταξύ των κοιμισμένων εραστών έχει αποκατασταθεί.

 

ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗΣ ΝΥΧΤΑΣ Η συμφιλίωση της Τιτάνιας και του Όμπερον.mp4

 

  • Η Λύση: Τότε, τα ξωτικά εξαφανίζονται και ο Θησέας με την Ιππολύτη εμφανίζονται στο δάσος για πρωινό κυνήγι. Ξυπνούν τους τέσσερεις νέους και επιστρέφουν στην Αθήνα. Καθώς ο Δημήτριος δεν αγαπάει πλέον την Ερμία αλλά την Ελένη, ο Θησέας παρακάμπτει την επιθυμία του πατέρα της Ερμίας και ετοιμάζει τους γάμους όλων με τους αγαπημένους τους. Οι τέσσερεις νέοι σκέφτονται ότι τα γεγονότα της νύχτας πρέπει να ήταν κάποιο όνειρο. Το ίδιο σκέφτεται και ο Πάτος ο υφαντής, όταν ξυπνάει κι αυτός. Στην Αθήνα, όλοι παρακολουθούν την παράσταση «Πύραμος και Θίσβη» των τεχνιτών. Είναι εντελώς γελοία και κακοπαιγμένη, αλλά οι ευγενείς χαίρονται και ξεκαρδίζονται και κατόπιν αποσύρονται για ύπνο.

Με το σκοτάδι, ο Όμπερον κι η Τιτάνια ευλογούν το σπίτι και τους νιόπαντρους, ενώ ο Πακ απευθύνεται με έναν μονόλογο προς τους θεατές, ενώ πέφτει η αυλαία. Στον καταληκτικό αυτόν μονόλογο του έργου, ο Πακ σπάει τον «τέταρτο τοίχο της σκηνής» και απευθύνεται απευθείας στο κοινό, ζητώντας συγγνώμη αν το έργο απογοήτευσε τους θεατές και παρομοιάζοντας όλη την παράσταση με ένα περαστικό όνειρο.  Όλο αυτό ήταν απλώς ένα όνειρο. Ο Σαίξπηρ υποδηλώνει εδώ ότι η ίδια η τέχνη του θεάτρου –αλλά και η ανθρώπινη ύπαρξη– είναι μια εφήμερη ψευδαίσθηση.

 

«Αν εμείς οι σκιές σάς προσβάλαμε,
σκεφτείτε μόνο αυτό και να, όλα διορθωθήκαν:
πως απλώς κοιμηθήκατε εδώ,
όσο αυτά τα οράματα εμφανίζονταν.
Κι αυτή η αδύναμη κι ανάξια παράσταση,
που δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα όνειρο,
ευγενείς, μην την κατακρίνετε: αν μας συγχωρέσετε, θα επανορθώσουμε.
Και, όσο παραμένω ένας τίμιος Πακ,
αν έχουμε την απροσδόκητη τύχη
να γλιτώσουμε τώρα από τη γλώσσα του φιδιού,
όλα θα τα διορθώσουμε σύντομα.
αλλιώς, πείτε τον Πακ ψεύτη.
Οπότε, καληνύχτα σε όλους σας.
Δώστε μου τα χέρια σας, αν είμαστε φίλοι,
και το χειροκρότημα τώρα ας μοιραστούμε».

 

ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗΣ ΝΥΧΤΑΣ Κατάληξη του έργου.mp4

Αυτή η  κινηματογραφημένη θεατρική παράσταση της Τζούλι Τέιμορ (από την πολυβραβευμένη σκηνική της παραγωγή στο «Θέατρο για ένα νέο κοινό» του Μπρούκλιν) αποθεώθηκε από κοινό και κριτικούς. Η σκηνοθέτρια χαρακτήρισε το έργο «αγύριστο» (unfilmable) με συμβατική κάμερα, επιλέγοντας να χρησιμοποιήσει πολλαπλές λήψεις για να το καταγράψει το 2014. Πρόκειται για μια μαγευτική φαντασία με εναέριες ακροβασίες, σκιές και εξαιρετικές ερμηνείες όπως εκείνη της Κάθριν Χάντερ στον ρόλο του Πακ. Σε αυτή την υπέροχη παραγωγή, μια ονειροπόληση αγάπης, πόθου, πάθους και επιθυμίας, ο/η μαγεμέν-ος/-η Πακ - με τη μορφή ενός χαρακτήρα τύπου Σαρλώ - χειραγωγεί τους νεαρούς εραστές μέσα σε μια νύχτα μαγικού ενθουσιασμού και αυθεντικής ποίησης.

 

Ας συνοψίσουμε τις θεματικές του έργου:

  • Η Φύση του Έρωτα: Ο Σαίξπηρ παρουσιάζει τον έρωτα ως κάτι τυφλό, παράλογο και άστατο, παρομοιάζοντάς τον με όνειρο. Οι επιλογές των χαρακτήρων αλλάζουν εξαιτίας εξωτερικών παραγόντων και μαγικών φίλτρων, υποδηλώνοντας ότι ο έρωτας βασίζεται συχνά στην τύχη και την ψευδαίσθηση.
  • Λογική (Αθήνα) κατά Ενστίκτου (Δάσος): Η Αθήνα συμβολίζει την τάξη, τον νόμο, την πατριαρχική εξουσία και τη λογική. Αντίθετα, το δάσος είναι ένας μαγικός χώρος χωρίς κανόνες, το βασίλειο του υποσυνείδητου και του ενστίκτου, όπου τα πάθη απελευθερώνονται.
  • Φαντασία κατά Πραγματικότητας: Οι άνθρωποι συχνά δεν μπορούν να εξηγήσουν όσα έζησαν στο δάσος, με αποτέλεσμα να καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι όλα ήταν απλώς ένα... όνειρο. Το έργο είναι ταυτόχρονα ένας φόρος τιμής στη δύναμη του θεάτρου και της φαντασίας.

 

Ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ έγραψε το από πολλούς θεωρούμενο ως τελευταίο έργο του, την τραγικωμωδία  "Η Τρικυμία" πιθανότατα το 1610 ή το 1611, καθώς αυτή παρουσιάστηκε για πρώτη φορά τον Νοέμβριο του 1611. Η «Τρικυμία» αφηγείται την ιστορία του Πρόσπερου, του έκπτωτου Δούκα του Μιλάνου. Απομονωμένος σε ένα μαγικό νησί με την κόρη του Μιράντα, χρησιμοποιεί τα πνεύματα του αέρα και της φύσης για να προκαλέσει μια τρικυμία και να φέρει τους προδότες του στη δικαιοσύνη, οδηγώντας τους όμως τελικά στη συγχώρεση και τη λύτρωση.

 

Ο Πρόσπερος, δούκας του Μιλάνου, που ασχολείτο με μυστικιστικές μελέτες, χάνει τον θρόνο του, καθώς ο αδερφός του, Αντώνιος, με τη βοήθεια του βασιλιά της Νάπολης Αλόνσο, σφετερίστηκε την περιουσία του και την εξουσία του.

 

Χένρι Τόμσον: O Πρόσπερος και η Μιράντα (1803). Ο πίνακας στεγάζεται στη Βρετανική Βασιλική Ακαδημία Τεχνών και απεικονίζει έναν θλιμμένο Πρόσπερο να στέκεται σε μια μικρή βάρκα δίπλα στη Μιράντα και το πνεύμα Άριελ από πάνω.

 

Έτσι ο Πρόσπερος καταλήγει σε ένα ερημονήσι μαζί με τη μικρή του κόρη, Μιράντα. Η θεατρική παρουσίαση των γεγονότων αρχίζει δώδεκα χρόνια αργότερα, περίοδο κατά την οποία ο Πρόσπερος έχει εξελιχθεί σε μεγάλο μάγο, που ελέγχει στοιχεία της φύσης και ξωτικά, όπως το αγαθό πνεύμα Άριελ. Υπηρέτης του Πρόσπερου και της Μιράντας είναι ο Κάλιμπαν, ένας ιθαγενής του νησιού, που συμπεριφέρεται χυδαία στο αφεντικό του, που θέλει να τον εκπολιτίσει. Η μοίρα ευνοεί τον Πρόσπερο: όσοι συνωμότησαν εναντίον του για τον θρόνο του Μιλάνου θα τύχει να ταξιδέψουν με πλοίο στη θάλασσα κοντά στο νησί. Στην αρχή του έργου ο Πρόσπερος προκαλεί μια σφοδρή τρικυμία με τις μαγικές του δυνάμεις.

 

Τζον-Ουίλιαμ Γουότερχαουζ: H Μιράντα. Η Τρικυμία (1916). Ενώ επικεντρώνεται στην κόρη του Πρόσπερου, τη Μιράντα, που παρακολουθεί το ναυάγιο, αυτό το διάσημο έργο του ρεύματος των Προραφαηλιτών απεικονίζει την κορύφωση της μαγικής εκδίκησης του Πρόσπερου προς τους εχθρούς του.

 

Το πλοίο των εχθρών του ναυαγεί και οι επιβάτες διασκορπίζονται στο νησί, χωρίς να πάθουν κακό, χωρισμένοι σε μικρές ομάδες, πιστεύοντας ότι όλοι οι υπόλοιποι είναι νεκροί.

 

 

Ουίλιαμ Χάμιλτον: Ο Πρόσπερος και το πνεύμα Άριελ (1797).

 

Ο υπηρέτης-πνεύμα Άριελ βοηθά τον Πρόσπερο να εκτελέσει το σχέδιό του. Οι σφετεριστές παρασύρονται από τις παραισθήσεις που τους προκαλεί ο Πρόσπερος και φτάνουν μέχρι την τρέλα, μέχρι που ανακαλύπτουν ότι ο τρόπος που βασανίζονται, οφείλεται στο ότι αδίκησαν παλαιότερα τον Πρόσπερο, στον οποίο αποφασίζουν τώρα να επιστρέψουν το Δουκάτο για να τους συγχωρέσει.

 

Ουίλιαμ Χόγκαρθ: Ο Φερδινάνδος φλερτάρει με τη Μιράντα (περί το 1735). Γνωστός ως ο πρώτος πίνακας που απεικονίζει σκηνή από σαιξπηρικό έργο, δείχνει τον Πρόσπερο να στέκεται στα αριστερά, παρατηρώντας την κόρη του Μιράντα στολισμένη, καθώς αυτή συναντά τον Πρίγκιπα Φερδινάνδο. Στα δεξιά εικονίζεται ο Κάλιμπαν.

  

Ο γιος του βασιλιά Αλόνσο, ο Φερδινάνδος, συναντά τη Μιράντα και οι δύο νέοι ερωτεύονται κεραυνοβόλα. Παράλληλα, ο Κάλιμπαν (ο άγριος και σκλαβωμένος ιθαγενής του νησιού) συνωμοτεί μεθυσμένος για να δολοφονήσει τον Πρόσπερο, αλλά η συνωμοσία του τελικά θα αποτύχει. Στην 4η Πράξη ο Πρόσπερος διακόπτει απότομα τους εορτασμούς για να αντιμετωπίσει τη συνωμοσία του Κάλιμπαν. Στον διάσημο φιλοσοφικό του λόγο, αναλύει τη ματαιότητα των ψευδαισθήσεων, παρομοιάζοντας τα έργα των ανθρώπων με τα όνειρα. Ο Πρόσπερος, όσο πάει, συμβολίζει όλο και περισσότερο τον ίδιο τον Σαίξπηρ που αποχαιρετά το θέατρο και την ανθρώπινη ζωή.

 

Λεπτομερέστερα, ο Πρόσπερος δίνει την ευχή του στον Φερδινάνδο για να παντρευτεί τη Μιράντα. Για να γιορτάσουν τον αρραβώνα, ο Πρόσπερος ζητά από τον Άριελ να καλέσει τρία πνεύματα να τελέσουν μια γιορτή «μάσκας». Τα πνεύματα παίρνουν τις μορφές χαρακτήρων της αρχαίας Ρωμαϊκής μυθολογίας: την Ήρα, βασίλισσα των θεών, την  Ίριδα, αγγελιοφόρο των θεών και προσωποποίηση του ουράνιου τόξου, και την Κέρες, θεά της γεωργίας και της γονιμότητας. Τα πνεύματα ευλογούν τον γάμο του Φερδινάνδου και της Μιράντας, με ευχές για τιμή, πλούτη και ατελείωτη αφθονία. Τότε, οι νύμφες και οι θεριστές προσέρχονται στην «μάσκα»  και ξεκινούν έναν παραδοσιακό χορό. Εκείνη τη στιγμή, ο Πρόσπερος θυμάται το σχέδιο του Κάλιμπαν που απειλεί την ζωή του, και, θυμωμένος, διώχνει όλα τα πνεύματα. Ο Φερδινάνδος και η Μιράντα τον ρωτούν τι συμβαίνει, αλλά ο Πρόσπερος τους καταλαγιάζει ότι ήταν ένα απλό ξέσπασμα θυμού λόγω ηλικίας. Τότε, αναλογίζεται τη μικρή διάρκεια της γιορτής που μόλις τελείωσε και την συγκρίνει με τη φευγαλέα φύση των πραγμάτων, όπως και της ίδιας της ζωής:

 

«Τα γλέντια τώρα έχουν τελειώσει. Αυτοί οι ηθοποιοί μας,

όπως σας προανήγγειλα, ήταν όλοι πνεύματα και

έχουν πια λιώσει στον άνεμο, στον διάφανο άνεμο.

Και, όπως το αθέμελο τούτο όραμα,

οι νεφελώδεις πύργοι, τα θαυμαστά παλάτια,

οι τρανοί ναοί, κι αυτή ακόμα η σπουδαία η Σφαίρα,

ναι, όλα όσα κληρονομήσαμε, θα χαθούν,

και, όπως αυτό το άυλο παλάτι ξεθωριάζει,

δεν θ’ αφήσει τίποτα πίσω του. Από την ύλη που φτιάχνονται

τα όνειρα είμαστε καμωμένοι και τη μικρή ζωή μας

την περικυκλώνει ο ύπνος». (4.1.148-158).

 

 

Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ Ο φιλοσοφικός λόγος του Πρόσπερου.mp4

 

Αφού λοιπόν ο Πρόσπερος σταμάτησε τη μαγική παράσταση, υπονοεί πως η ίδια η πραγματικότητα, τα παλάτια και ο κόσμος δεν είναι πιο συμπαγή από ένα όνειρο και θα εξαφανιστούν αφήνοντας πίσω τους μόνο το τίποτα.

 

"We are such stuff as dreams are made on, and our little life is rounded with a sleep."

 

Στα λόγια αυτά του Πρόσπερου συμπυκνώνεται το βαθύτερο νόημα της «Τρικυμίας».

 

  1. Η Υποκειμενικότητα και η Ευθραυστότητα του Κόσμου
  • Αποδόμηση της Ψευδαίσθησης: Ο Πρόσπερος εξηγεί ότι οι ηθοποιοί-πνεύματα της παράστασης «μάσκας» που δημιούργησε, «λιώσανε στον αέρα». Το ίδιο συμβαίνει με τα βασίλεια, τα παλάτια και τους ναούς, τα οποία θα διαλυθούν δίχως να αφήσουν ίχνη.
  • Σύνδεση με τη «Σφαίρα»: Χρησιμοποιώντας τον όρο «the great globe itself» (η μεγάλη υδρόγειος), ο Σαίξπηρ κάνει μια ευφυή αναφορά τόσο στον κόσμο (τη Γη) όσο και στο διάσημο θέατρό του «τη Σφαίρα - The Globe», προμηνύοντας το τέλος της θεατρικής του πορείας.

 

  1. Η Ζωή ως Όνειρο
  • «We are such stuff as dreams are made on»: («Είμαστε από το ίδιο υλικό που πλάθονται τα όνειρα»). Η ανθρώπινη φύση είναι αέρινη και παροδική, όπως οι φαντασιώσεις και τα οράματα.
  • «Our little life is rounded with a sleep»: («Και η μικρή μας ζωή κλείνει με έναν ύπνο»). Η ζωή μας οριοθετείται από τον ύπνο, ξεκινά από το τίποτα και επιστρέφει σε αυτό (με αναφορά στον θάνατο ή το πέρασμα από την άγνοια στην αφύπνιση).

 

Προς τη λύση του έργου ο Πρόσπερος φέρνει τους ενόχους αντιμέτωπους με τις πράξεις τους. Αντί όμως να τους εκδικηθεί, επιλέγει τελικά τη συγχώρεσή τους. Ο βασιλιάς Αλόνσο μετανοεί πραγματικά και αποκαθιστά τον Πρόσπερο στο δουκάτο του. Η Μιράντα έχει αρραβωνιαστεί τον Φερδινάνδο κι ο Πρόσπερος θα επιστρέψει ως δούκας στο Μιλάνο, αφού πρώτα αποκηρύξει την υψηλή τέχνη της μαγείας και απελευθερώσει τον Άριελ.

 

Από τα πιο διάσημα και φιλοσοφικά λόγια του Πρόσπερου στην «Τρικυμία», ξεχωρίζουν οι βαθυστόχαστες παραπάνω φράσεις του για την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη αλλά και ο συγκινητικός επίλογος αποκήρυξης της μαγείας του (Πράξη 5η). Να τα λόγια του λίγο πριν αποσύρει τις δυνάμεις του και σπάσει το μαγικό του ραβδί: «Θα σπάσω το ραβδί μου, θα το θάψω αρκετά οργιές βαθιά στη γη, και βαθύτερα απ' όσο έχει ποτέ φτάσει μολύβι βυθομέτρου, θα βυθίσω το βιβλίο μου.»

 

Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ Ο Πρόσπερος εγκαταλείπει τη μαγεία.mp4

 

Τα δύο αποσπάσματα έχουν ληφθεί από την κινηματογραφική μεταφορά της «Τρικυμίας» από την Τζούλι Τέιμορ τo 2010. Πρόκειται για  μια ιδιαίτερα φιλόδοξη προσπάθεια στην οποία η σκηνοθέτρια άλλαξε το φύλο του πρωταγωνιστή, μετατρέποντας τον Πρόσπερο σε Προσπέρα , με τη Χέλεν Μίρεν στον ομώνυμο ρόλο. Η ταινία επαινέθηκε για την υπέροχη φωτογραφία της, τα εφέ και την ερμηνεία της Μίρεν, η οποία χάρισε στη δυναμική του ρόλου μια νέα μητρική διάσταση. Απέσπασε υποψηφιότητα για Όσκαρ Καλύτερων Κοστουμιών.

 

Καθώς φεύγουν οι υπόλοιποι χαρακτήρες από τη σκηνή, ο Πρόσπερος παραμένει για τον επίλογο: «Τώρα τα μάγια μου έχουν χαθεί, / Και ό,τι δύναμη μου παραμένει είναι μόνο δική μου». Τέλος, στρέφεται στο κοινό και περιγράφει πως, όπως βρήκε ο ίδιος παγιδευμένο τον Άριελ σε ένα δέντρο, έτσι φυλακισμένος είναι και ο ίδιος. Πώς μπορεί να απελευθερωθεί; Μα με το χειροκρότημα των θεατών.

 

Ο Πρόσπερος αποκηρύσσει τη μαγεία, η οποία συμβολίζει την απόλυτη εξουσία, και επιλέγει τη συγχώρεση έναντι της εκδίκησης. Από ένας εκδικητικός άνδρας που χειραγωγεί τους πάντες, ο Πρόσπερος μετατρέπεται σε έναν ταπεινό άνθρωπο που επιλέγει το έλεος έναντι της εκδίκησης, κλείνοντας τον κύκλο του με γαλήνη και ανθρωπιά. Αναγνωρίζει ότι η πραγματική δύναμη βρίσκεται στην ανθρώπινη συγχώρεση. Ο Πρόσπερος δηλώνει ότι τα ξόρκια του έχουν γκρεμιστεί και η μόνη του δύναμη πλέον είναι η ανθρώπινη φύση του, η οποία είναι ευάλωτη.  Εγκαταλείποντας τη μαγεία του, ο άλλοτε παντοδύναμος δούκας και μάγος ζητά από το κοινό τη συγχώρεση και το χειροκρότημά του, ώστε να λυτρωθεί και να επιστρέψει στο Μιλάνο για να ανακτήσει τη θέση του και να τελειώσει εκεί τη ζωή του. Εξισώνει το χειροκρότημα με τη λύτρωση και την απελευθέρωσή του από το νησί, παραλληλίζοντας τη θεατρική επιείκεια του κοινού με τη θεϊκή συγχώρεση των αμαρτιών.

 

Ο Επίλογος του έργου θεωρείται ευρέως ως το κύκνειο άσμα του ίδιου του Σαίξπηρ, το προσωπικό του «αντίο» στο θέατρο, καθώς η «Τρικυμία» ήταν το τελευταίο έργο που έγραψε ολοκληρωτικά μόνος του. Ο Πρόσπερος εγκαταλείπει τη μαγεία του, όπως ο δραματουργός ετοιμάζεται να αφήσει τα γραπτά του και τη σκηνή. Ο Πρόσπερος, που έχει σπάσει το μαγικό του ραβδί, αντιπροσωπεύει τον θεατρικό συγγραφέα που αποσύρεται από τη σκηνή και τη δημιουργία. Σε αυτόν  τον συναισθηματικό, συγχωρητικό επίλογο, τα τελικά λόγια του Πρόσπερου ζητούν την επιείκεια και την κατανόηση του κοινού: «Καθώς θα θέλατε οι ίδιοι να πάρετε συγχώρεση για τα κρίματά σας, ας σας αγγίξει η ευσπλαχνία και ας με αφήσει ελεύθερο κι εμένα». Ζητώντας από το κοινό να τον χειροκροτήσει, παρακαλεί συμβολικά να τον «ελευθερώσει» από το νησί-φυλακή του. Το χειροκρότημα είναι η επιβεβαίωση της επιτυχίας του έργου. Όλη η μαγεία του Σαίξπηρ, είναι εδώ, σε αυτές τις μάλλον τελευταίες  γραμμές ολόκληρου του έργου του. Στίχοι βαθιά αυτοβιογραφικοί. Ο Πρόσπερος λειτουργεί ως ο ίδιος ο δημιουργός-συγγραφέας. Τα μαγικά του σύμβολα (το ραβδί και το βιβλίο) αντιστοιχούν στην πένα του Σαίξπηρ. Καθώς ο Πρόσπερος αποκηρύσσει τη μαγεία, ο Σαίξπηρ φαίνεται να αποχαιρετά το θέατρο και τη σταδιοδρομία του σε αυτό. Βάζει τον Πρόσπερο να μιλά εκ μέρους του, μένοντας μόνος στη σκηνή και απευθυνόμενος άμεσα στο κοινό «σπάζοντας τον τέταρτο τοίχο της σκηνής», όπως είχε κάνει κι ο Πακ στο «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας». Ο ηθοποιός βγαίνει από τον ρόλο του Πρόσπερου και απευθύνεται ως άνθρωπος στους θεατές, υπενθυμίζοντάς μας πως ό,τι παρακολουθήσαμε ήταν απλώς μια θεατρική ψευδαίσθηση. Ο μάγος Σαίξπηρ τώρα μας αποχαιρετά.

 

 

«Τώρα τα μάγια μου όλα είναι λυμένα,

κι ό, τι δύναμ' έχω είναι από μένα

που κι αυτή 'ναι ξέθωρη. Τώρα είν' αλήθεια,

ή πρέπει εδώ (σ΄αυτό το νησί) εσείς να με περιορίσετε

ή πίσω στη Νάπολη να με γυρίσετε.

Αφού πήρα πίσω τη δουκαρχία μου,

και τον επίβουλο συγχώρεσα,

ας μη με κλείσει η μαγεία σας σε τούτο το γυμνό νησάκι

αλλά να μ' ελευθερώστε βάλτε ένα καλό χεράκι (το χειροκρότημά σας).

Μία καλοπροαίρετη πνοή σας πρέπει να φουσκώσει τα πανιά μου,

αλλιώς ο σκοπός μου χάνεται,

που ήταν μόνο και μόνο σε εσάς να αρέσω.

Τώρα δεν έχω πια πνεύματα για να προστάζω,

τέχνη για να μαγεύω, και το τέλος μου είναι η απελπισία,

αν δεν με σώσ' η προσευχή, πού 'χει άρματα τόσο δυνατά,

ώστε πολιορκεί και στενεύει το θείο το  Έλεος κι απ' όλα τα σφάλματα λυτρώνει.

Έτσι, να 'ν' τα κρίματά σας σχωρεμένα,

δώστε μου καλόγνωμα κι εμένα την επιείκεια και τη συγχώρεση σας».

 

 

Ας δούμε συνοπτικά τις θεματικές του έργου:

  • Εκδίκηση εναντίον Συγχώρεσης: Το έργο αποτελεί ένα ταξίδι από την οργή προς την ειρήνη και την ανθρωπιά. Ο Πρόσπερος επιλέγει το υψηλότερο ηθικό μονοπάτι, δείχνοντας ότι η πραγματική δύναμη δεν έγκειται στην τιμωρία, αλλά στην κατανόηση και την αλλαγή.
  • Η Μαγεία ως Τέχνη: Η μαγεία του Πρόσπερου ερμηνεύεται συχνά από τους μελετητές ως μια αλληγορία για τον ίδιο τον θεατρικό συγγραφέα. Τα λόγια του στο τέλος του έργου, όπου αποκηρύσσει τις δυνάμεις του, θεωρούνται ο αποχαιρετισμός του Σαίξπηρ στο θέατρο.
  • Αποικιοκρατία και Φύση: Μέσα από τη φιγούρα του Κάλιμπαν θίγονται ζητήματα εξουσίας, ιδιοκτησίας της γης και πολιτισμού. Ο Πρόσπερος παίρνει τη γη του Κάλιμπαν και του επιβάλλει τη γλώσσα του, κάνοντας το έργο εξαιρετικά επίκαιρο για μελέτες εξουσίας και καταπίεσης.
  • Η Λύτρωση της Νεολαίας: Ο έρωτας του Φερδινάνδου και της Μιράντας λειτουργεί ως σύμβολο ελπίδας και αναγέννησης. Η αθωότητά τους υπόσχεται ένα καλύτερο μέλλον, γεμάτο συμφιλίωση, που γεφυρώνει τις διαφορές των παλαιότερων γενιών.

ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΔΥΟ ΕΡΓΩΝ.docx

 

 

Ερώτηση 1 / 1 (Ελεύθερου Κειμένου — 10 βαθμοί) 

Στο «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας» ο τριαντάχρονος Σαίξπηρ ρίχνει μια ματιά στο πρόσφατο παρελθόν του και μας δίνει τα πάθη του έρωτα σαν ένα όνειρο αισθησιακό, παιχνιδιάρικο, πλημμυρισμένο από τη ζωντάνια της νιότης. Στην «Τρικυμία» ο πενηντάχρονος Σαίξπηρ αναλογίζεται τα εγκόσμια ως ένα φευγαλέο όνειρο που τον ωθεί να επιλέξει την ανθρωπιά ώστε να κατακτήσει η ψυχή του τη γαλήνη. Εσείς στην προσωπική σας ζωή υιοθετείτε τις δύο παραπάνω έννοιες ονείρου και αν ναι, με ποιες πράξεις σας;