Please ensure Javascript is enabled for purposes of website accessibility

Μάθημα : ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΕΣ ΑΞΙΕΣ & ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΙΑΤΡΙΚΗ

Κωδικός : MED2135

500800 - Α. Χ. Λάζαρης, Καθηγητής Παθολογικής Ανατομικής - Κ. Καλαχάνης, Δρ Φιλοσοφίας - Μ. Γιάνναρη, M.Ed. - Δρ Ε. Μανού, Κοινωνιολόγος-Εκπαιδευτικός

ΒΑΛΤΕ ΤΗ ΜΠΑΛΑ ΣΤΗ ΣΕΝΤΡΑ

Περιγραφή

Μπαίνουμε κατευθείαν «στο ψητό» με δύο ιστορικούς πλέον τελικούς Μουντιάλ.

Πόσο απέχει ο θρίαμβος από την αποτυχία; Στο τελευταίο λεπτό της παράτασης του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου του 2022 στο Κατάρ, το σκορ μεταξύ Γαλλίας και Αργεντινής είναι στο 3-3. Με 15 δευτερόλεπτα να απομένουν ο Γάλλος παίκτης Κολό Μουανί βγαίνει τετ-α-τετ με τον τερματοφύλακα της Αργεντινής Εμιλιάνο Μαρτίνεθ. Μοιάζει σίγουρο γκολ το οποίο θα έδινε τον τίτλο στη Γαλλία. Ο Αργεντίνος τερματοφύλακας όμως κάνει μια ενστικτώδη και σωτήρια απόκρουση. Αν έμπαινε σε αυτό το σημείο το γκολ δεν θα υπήρχε χρονικό περιθώριο αντίδρασης από τους Αργεντίνους. Ο αγώνας οδηγήθηκε στη διαδικασία των πέναλτι κι εκεί η Αργεντινή κατέκτησε τον τίτλο.

Τελικός Μουντιάλ 2022.mp4

 

To 2006 το παγκόσμιο κύπελλο γίνεται στη Γερμανία. Ο Ζινεντίν Ζιντάν, που απο πολλούς θεωρείται ο καλύτερος παίκτης της γενιάς του, στο κλείσιμο της καριέρας του αποφασίζει να λάβει μέρος ώστε να κλείσει την καριέρα του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, όπως του αρμόζει, σε ένα παγκόσμιο κύπελλο. Ο  Ζιντάν πραγματοποιεί μια εκπληκτική συμμετοχή στο παγκόσμιο κύπελλο με πολλά γκολ και «ασίστ» και οδηγεί τη γαλλική εθνική ομάδα, ως ηγέτης της, στον τελικό της διοργάνωσης. Εκεί σκοράρει με πέναλτι και είναι ξανά ο καλύτερος παίκτης της Γαλλίας. Ο αγώνας πηγαίνει στην παράταση και η Γαλλία πιέζει για το νικητήριο γκολ. Τότε συμβαίνει το αδιανόητο. Μετά από πρόκληση του Ιταλού Μάρκο Ματεράτσι, ο Ζιντάν χάνει την ψυχραιμία του και ρίχνει μια κουτουλιά στο στήθος του Ιταλού. Ο διαιτητής τον αποβάλει χωρίς δεύτερη σκέψη. Και όχι μόνο αυτό... η Γαλλία χάνει και το παγκόσμιο κύπελλο στα πέναλτι. Με αυτόν τον τρόπο γράφτηκε το κύκνειο άσμα στα γήπεδα του Ζινεντίν Ζιντάν. Σίγουρα πολύ διαφορετικό από ότι το είχε ονειρευτεί όταν αποφάσιζε να κάνει το δικό του “last dance” στο παγκόσμιο κύπελλο.

Τελικός Μουντιάλ 2006.mp4

 

Η τεράστια παγκόσμια απήχηση του ποδοσφαίρου οφείλεται στη μοναδική του ικανότητα να καλύπτει βαθιές ανθρώπινες ψυχολογικές ανάγκες∙ οφείλεται επίσης σε βαθύτερους κοινωνιολογικούς και πολιτισμικούς παράγοντες. Το άθλημα αυτό λειτουργεί ως ένας παγκόσμιος κοινωνικός καθρέφτης και ένα κοινό μέσο έκφρασης, μια κοινή γλώσσα  για δισεκατομμύρια ανθρώπους σε ολόκληρο τον πλανήτη. Λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για ολόκληρες κοινότητες και εθνικές ομάδες, ειδικά σε διοργανώσεις όπως το Παγκόσμιο Κύπελλο της FIFA που μας απασχολεί στην παρούσα άσκηση. Λειτουργεί ως παγκόσμια «γλώσσα», προσφέροντας την αίσθηση του ανήκειν, εκτόνωση και έντονα συναισθήματα μέσω μιας εντονότατης αίσθησης ταύτισης των φιλάθλων μέσα από τον θρίαμβο της νίκης ή την απογοήτευση της ήττας.

Το ποδόσφαιρο ικανοποιεί την έμφυτη ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει σε μια ομάδα (φυλή). Οι οπαδοί μιας ομάδας νιώθουν μια ισχυρή κοινωνική ταυτότητα. Οι ποδοσφαιρικές ομάδες λειτουργούν συχνά ως προέκταση της φυλετικής, τοπικής ή εθνικής ταυτότητας. Οπαδοί και παίκτες μοιράζονται κοινά βιώματα, δημιουργώντας πανίσχυρους δεσμούς που θυμίζουν φυλετικές ή θρησκευτικές συσπειρώσεις. Όπως αναλύεται στην κοινωνιολογία του αθλητισμού, το άθλημα αυτό αποτελεί τελικά μια μικρογραφία της κοινωνίας με τις συγκρούσεις, τις ανισότητες, αλλά και τη δύναμή της για συλλογική δράση.  Το ποδόσφαιρο απαιτεί ελάχιστο ή καθόλου εξοπλισμό για να παιχτεί. Αυτό το κατέστησε από νωρίς το "άθλημα των εργατικών στρωμάτων" κατά τη βιομηχανική επανάσταση, επιτρέποντας στην εργατική τάξη να αποκτήσει φωνή, ταυτότητα και διέξοδο από τη σκληρή καθημερινότητα. Βέβαια σήμερα, το ποδόσφαιρο έχει αγκαλιάσει τα σύγχρονα μέσα και έχει μετατραπεί σε ένα πανίσχυρο, πολυεθνικό οικονομικό προϊόν. Η παγκόσμια προβολή του το καθιστά ένα εμπορικό μεγαθήριο που συνδέει ηπείρους.

Οι κανονισμοί του είναι απλοί και κατανοητοί από τον καθένα, επιτρέποντας σε οποιονδήποτε να το παρακολουθήσει ή να το παίξει χωρίς πολύπλοκες διαδικασίες. Δεν απαιτεί ακριβό εξοπλισμό. Μια μπάλα ή ακόμα και ένα αυτοσχέδιο αντικείμενο αρκεί για να ξεκινήσει ένα παιχνίδι σχεδόν οπουδήποτε, από αλάνες μέχρι επαγγελματικά γήπεδα.

Το ποδόσφαιρο είναι απρόβλεπτο, καθώς ευνοεί τις «ανατροπές». Σε αντίθεση με άλλα σπορ, η ομάδα που υπερέχει, δεν κερδίζει πάντα. Ένα και μόνο γκολ μπορεί να ανατρέψει τα δεδομένα, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι το τελευταίο λεπτό.  Η απρόβλεπτη φύση του ποδοσφαίρου δίνει στην πιο μικρή ή αδύναμη ομάδα την ελπίδα ότι μπορεί να κερδίσει το «μεγαθήριο», ταυτίζοντας το ποδόσφαιρο με τις αγωνίες και τις προσδοκίες των απλών ανθρώπων (οικουμενικότητα των συναισθημάτων & ελπίδα).  Επειδή τα γκολ είναι σχετικά σπάνια, η αγωνία, η προσμονή και η τελική επιβράβευση ενός γκολ προκαλούν στον εγκέφαλο μια έκκριση ντοπαμίνης που δημιουργεί ευφορία και έντονη επιθυμία επανάληψης της εμπειρίας. Ο κόσμος ζει μια εικονική σύγκρουση, ιδανικά  χωρίς τις πραγματικές αρνητικές συνέπειες της βίας. Τα γήπεδα λειτουργούν ως χώροι όπου επιτρέπεται η ανοιχτή έκφραση συναισθημάτων, λειτουργώντας ψυχαναλυτικά ως μια σύγχρονη κάθαρση. Μέσω συναισθηματικής ταύτισης ( «Λούζεσαι στη δόξα που αντανακλάται» -"Basking In Reflected Glory") οι επιτυχίες μιας ομάδας ενισχύουν την αυτοεκτίμηση των φιλάθλων, δίνοντάς τους ένα αίσθημα προσωπικού θριάμβου.

Το ότι το ποδόσφαιρο ανήκει σε όλους, ανεξαρτήτως τάξης και κουλτούρας, αποτελώντας βασικό μέσο ψυχαγωγίας αλλά και ισχυρό σύνδεσμο μεταξύ διαφορετικών κοινοτήτων, αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι είναι ενταγμένο στην καθημερινότητα των ανθρώπων: ο οδηγός που ακούει την περιγραφή του αγώνα από το ραδιόφωνο μέσα στο ταξί του, ο μετανάστης που βρίσκει πατρίδα μέσα από μια ομάδα, το μικρό αγόρι που ονειρεύεται ότι κάποτε θα παίξει στο UEFA Champions League, ο φίλαθλος που ταξιδεύει χιλιάδες χιλιόμετρα μόνο και μόνο για να βρεθεί για λίγες ώρες δίπλα στην ομάδα του.

Από τη μία πλευρά λοιπόν το ποδόσφαιρο είναι μια τεράστια βιομηχανία, από την άλλη είναι ένα συναίσθημα που δεν μπορεί να αναλυθεί λογικά. Γιατί κανείς δεν μπορεί πραγματικά να αποσαφηνίσει το πώς ένα γκολ στις καθυστερήσεις μπορεί να αλλάξει τη διάθεση ενός ανθρώπου για ολόκληρη εβδομάδα. Μια πιθανή εξήγηση είναι πως το ποδόσφαιρο λειτουργεί σαν καθρέφτης της ίδιας της ζωής. Έχει αδικία, τύχη, δράμα, λύτρωση, ήρωες και προδοσίες. Όπως προελέχθη,  έχει ανατροπές που μοιάζουν απίθανες. Έχει στιγμές που γράφονται σαν μυθιστόρημα. Και δίνει βέβαια τη σπάνια δυνατότητα να δημιουργηθούν κοινές αναμνήσεις ανάμεσα σε ανθρώπους που διαφορετικά ίσως να μη συναντιούνταν ποτέ. Σ’ έναν κόσμο που διαιρείται ολοένα πιο πολύ, υπάρχουν ακόμη πράγματα που μπορούν να ενώσουν. Και το ποδόσφαιρο το επιτυγχάνει ακόμα και με ιστορίες έξω από το ίδιο το άθλημα: με οικογενειακές συναντήσεις και συζητήσεις, φιλίες λόγω της κοινής αγάπης, έρωτες που γεννήθηκαν σε κερκίδες, ταξίδια, βραδιές ενθουσιασμού ή απογοήτευσης, παιδικά όνειρα που δεν έσβησαν ποτέ και γενιές που μεγάλωσαν με τα ίδια συνθήματα.

Οι Κυριακές των Ελλήνων που έγιναν αιωνιότητα.

Για εμάς τους Ελληνες το ποδόσφαιρο ήταν ανέκαθεν σηµαντικό κοµµάτι της καθημερινότητάς μας. Από τις χωµάτινες αλάνες των συνοικιών µέχρι τα γεµάτα «πέταλα» του Καραϊσκάκη, της Λεωφόρου, της Φιλαδέλφειας και της Τούµπας, το άθληµα στην Ελλάδα δεν µετρήθηκε ποτέ µόνο σε τίτλους. Μετρήθηκε σε συναισθήματα. Οι µνήµες, τα όνειρα, οι προσδοκίες και οι µεγάλες κατακτήσεις, που λειτουργούν ως ορόσηµα για το συναίσθηµά µας, είναι όσα θα μας δένουν πάντα  µε το πιο λαοφιλές άθληµα στον κόσµο. Σε συνδυασµό βέβαια µε την απλή του φύση και το ότι χρειάζεται µόνο µια µπάλα για να παιχτεί σχεδόν παντού!

 

Ο Βρετανός ζωγράφος Λόρενς Στίβεν Λόουρι  (1887-1976) είναι γνωστός για τους πίνακές του με θέμα τη βιομηχανική βόρεια Αγγλία, που δημιουργήθηκαν το πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Αυτές οι σκηνές απεικόνιζαν τη δραστηριότητα γύρω από εργοστάσια κατά τη διάρκεια της εβδομάδας και την ψυχαγωγική δραστηριότητα - κυρίως την παρακολούθηση αθλητικών αγώνων - το Σαββατοκύριακο.

 

Η ελαιογραφία σε καμβά «Πηγαίνοντας στο ματς - Going to the Match» (1953) του Λόρενς Στίβεν Λόουρι είναι ένα από τα πιο εμβληματικά έργα της βρετανικής τέχνης. Αποτυπώνει το ποδόσφαιρο όχι απλώς ως άθλημα, αλλά ως μια τελετουργία συλλογικότητας και ένα αναπόσπαστο κομμάτι της εργατικής τάξης. Ο Λόουρι δεν εστιάζει στον αγώνα καθαυτό, αλλά στη συλλογική εμπειρία προσμονής του αγώνα από την εργατική τάξη. Η πορεία προς το γήπεδο λειτουργεί ως μια μορφή λύτρωσης, απόδρασης από τη σκληρή βιομηχανική ρουτίνα κι έκφρασης κοινής ταυτότητας,  αιχμαλωτίζει τη συλλογική προσμονή, την ενέργεια του πλήθους και την αίσθηση κοινότητας της εργατικής τάξης.

 Απεικονίζεται το στάδιο Burnden Park, η παλιά έδρα της ομάδας Bolton Wanderers στη βορειοδυτική Αγγλίας. Οπαδοί κάθε ηλικίας συρρέουν μαζικά προς τα εκδοτήρια και τις θύρες εισόδου του γηπέδου. Ο Λόουρι είναι παγκοσμίως γνωστός για τον ιδιαίτερο τρόπο που σχεδίαζε τις ανθρώπινες φιγούρες. Τα πλήθη του αποτελούνται από επαναλαμβανόμενες, λεπτές φιγούρες που μοιάζουν με σπίρτα. Στο συγκεκριμένο έργο, οι εκατοντάδες άνθρωποι λειτουργούν σαν μια ενιαία, ανώνυμη μάζα που συγχωνεύεται σε ένα συλλογικό ρεύμα προσμονής. Η σύνθεση χαρακτηρίζεται από δυναμισμό. Παρατηρήστε πώς το πλήθος στα δεξιά φαίνεται να σκύβει προς τα εμπρός, δείχνοντας ότι βαδίζει ενάντια σε έναν δυνατό άνεμο. Το λευκό, σχεδόν μουντό φόντο του ουρανού έρχεται σε αντίθεση με τα σκούρα παλτά και τις κασκέτες των ανθρώπων, δίνοντας έμφαση στο πλήθος. 
Ο ίδιος ο αγώνας  είναι ουσιαστικά αόρατος. Ο καλλιτέχνης εστιάζει στην προσμονή και το ταξίδι προς το ματς. Από το γήπεδο διακρίνεται μόνο ένα μικρό τμήμα από τα δοκάρια του τέρματος, ενώ όλη η δράση και η ένταση τοποθετούνται στον δρόμο έξω από αυτό.
Στο φόντο κυριαρχούν τα χαρακτηριστικά στοιχεία της βιομηχανικής Αγγλίας: καμινάδες εργοστασίων που καπνίζουν, ομιχλώδης ουρανός και σειρές από σπίτια (εργατικές κατοικίες). Ο Λόουρι συνδέει άρρηκτα την καθημερινή ρουτίνα της βαριάς βιομηχανίας με την απόδραση και την ψυχαγωγία.

Ο πίνακας δημιουργήθηκε για έναν διαγωνισμό που διοργάνωσε η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Αγγλίας (FA) και κέρδισε το πρώτο βραβείο. Έχει αποκτήσει μυθική διάσταση στη βρετανική κουλτούρα, με την γκαλερί The Lowry στο Σάλφορντ να τον αποκτά το 2022 σε δημοπρασία για το ποσό ρεκόρ των £7.8 εκατομμυρίων, προκειμένου αυτός να παραμείνει προσβάσιμος στο ευρύ κοινό. Μάλιστα, λόγω της τεράστιας απήχησής του, το μουσείο δημιούργησε τα τελευταία χρόνια και μια καθηλωτική ψηφιακή έκθεση (Ιmmersive Εxperience) που επιτρέπει στους επισκέπτες να «περπατήσουν» μέσα στον πίνακα.

 

Το έργο «Φωτογραφική Σύνθεση με Οπαδούς Ποδοσφαίρου στο γήπεδο  Άνφιλντ, Άνφιλντ, 2015 - Photographic Composite with Anfield Football Supporters, Anfield, 2015»  της φωτογράφου από το Λίβερπουλ Τάμπιθα Τζούσα (γεν. 1974) αποτελεί μια πολυεπίπεδη κοινωνικο-πολιτική και καλλιτεχνική μελέτη γύρω από τη δυναμική των ποδοσφαιρικών φιλάθλων και τον αστικό μετασχηματισμό. Το 2015, η περιοχή γύρω από το Άνφιλντ βρισκόταν σε φάση έντονης ανάπλασης. Το έργο αποτυπώνει αυτή τη μετάβαση: από τη μία, η παραδοσιακή, εργατική τάξη του Λίβερπουλ που ιστορικά στήριζε την ομάδα. Από την άλλη, η παγκοσμιοποίηση του ποδοσφαίρου της Premier League, με φιλάθλους που πλέον δεν είναι μόνο ντόπιοι, αλλά έρχονται εκτός των αστικών και εθνικών συνόρων.

Σε αντίθεση με παραδοσιακούς φωτογράφους του δρόμου, η Τζούσα διατηρεί μια «απόσταση ασφαλείας» του παρατηρητή. Καταγράφει το σκηνικό ως ένα ευρύ, πανοραμικό τοπίο, δίνοντας έμφαση στη συνολική μάζα και το περιβάλλον παρά στα μεμονωμένα πορτρέτα. Χρησιμοποιώντας τεχνικές “time-lapse”, η φωτογραφία της δείχνει οπαδούς του ποδοσφαίρου τις ώρες που προηγούνται ενός αγώνα.  Η Τζούσα δεν τράβηξε μια απλή στιγμιαία φωτογραφία. Τοποθέτησε την κάμερά της σε σταθερό σημείο έξω από το στάδιo Άνφιλντ, καταγράφοντας δεκάδες διαφορετικά καρέ (frames) κατά τη διάρκεια των δύο ωρών πριν από την έναρξη του αγώνα.  Στη συνέχεια, ένωσε αυτά τα καρέ ψηφιακά. Το τελικό αποτέλεσμα παρουσιάζει ανθρώπους που πέρασαν από το ίδιο σημείο σε διαφορετικές χρονικές στιγμές να συνυπάρχουν στην ίδια εικόνα. Πρώτον, πρόκειται για μια παγκόσμια ωδή στις «τελετουργίες» πριν έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. Δεύτερον, είναι επίσης μια απόδειξη του μεταβαλλόμενου τοπίου γύρω από την ποδοσφαιρική ομάδα της Λίβερπουλ.

Το έργο λειτουργεί ως ένας παγκόσμιος ύμνος στις συλλογικές συνήθειες των οπαδών. Εστιάζει στις «οριακές ώρες» πριν το παιχνίδι, όπου η προσδοκία, το περπάτημα προς το γήπεδο και οι συζητήσεις δημιουργούν μια κοινή ταυτότητα. Στη φωτογραφία δεν υπάρχει μπάλα, παίκτες ή το εσωτερικό του γηπέδου. Η Τζούσα ξεκαθαρίζει ότι το ποδόσφαιρο δεν είναι απλώς ένα αθλητικό γεγονός 90 λεπτών, αλλά μεγάλο κομμάτι του κοινωνικού ιστού.

 Η προσέγγιση της Τζούσα  θυμίζει άμεσα τον περίφημο προηγούμενο πίνακα. Όπως ο Λόουρι χρησιμοποιούσε τις σαν σπίρτα φιγούρες του για να δείξει τη βιομηχανική εργατική τάξη να συρρέει στο γήπεδο, έτσι και η Τζούσα χρησιμοποιεί τη σύγχρονη φωτογραφική τεχνολογία για να καταγράψει το αντίστοιχο ανθρώπινο ποτάμι του 21ου αιώνα.

 

Ο πίνακας «Ο ποδοσφαιρικός αγώνας - The Football Match» που δημιουργήθηκε από τον Λόρενς Στίβεν Λόουρι το 1949, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα και ακριβότερα έργα του. Αποτυπώνει την ατμόσφαιρα μιας τυπικής βιομηχανικής πόλης της βόρειας Αγγλίας όπου το ποδόσφαιρο λειτουργούσε ως διέξοδος για την εργατική τάξη. Ο πίνακας προσφέρει ένα πανοραμικό αστικό τοπίο γεμάτο με βιομηχανικά κτήρια και σπίτια. Μια απέραντη πανοραμική θέα που συνδυάζει τον χαρακτηριστικό βιομηχανικό ορίζοντα του Λόουρι με ένα πλήθος που παρακολουθεί με ενθουσιασμό έναν αγώνα.

Ο Λόουρι υπήρξε ο ίδιος ένθερμος οπαδός της Μάντσεστερ Σίτι και συχνά δημιουργούσε φανταστικά, σύνθετα τοπία αντλώντας έμπνευση από διάφορες βιομηχανικές γειτονιές της περιοχής του. Ο καλλιτέχνης χρησιμοποιεί μια πανοραμική, υπερυψωμένη προοπτική (άποψη από ψηλά, επηρεασμένη από τον Πίτερ Μπρίγκελ). Αυτό επιτρέπει στον θεατή να δει ταυτόχρονα το γήπεδο και το περιβάλλον του, παρασύροντας το μάτι από τα γύρω σπίτια μέχρι το κέντρο του αγώνα. Ο πίνακας είναι γεμάτος με εκατοντάδες από τις χαρακτηριστικές, απλοποιημένες φιγούρες του, που συχνά αναφέρονται ως "ανθρωπάκια-σπίρτα". Η ομάδα των ανθρώπων δείχνει ενωμένη σε μια κοινή δράση. Το γήπεδο περιβάλλεται από το τυπικό αστικό τοπίο του Λόουρι: σπίτια από τούβλα με καμινάδες, χαρακτηριστικά εργοστάσια και καπνοδόχους με πυκνό καπνό να υψώνεται. Η εγγύτητα των εργοστασίων στο γήπεδο υπογραμμίζει τον τρόπο ζωής των εργατών της εποχής, οι οποίοι κατευθύνονταν στο γήπεδο αμέσως μετά από μια κουραστική εβδομάδα εργασίας. Το ποδόσφαιρο ήταν για τους κατοίκους μια στιγμή απελευθέρωσης από τις σκληρές συνθήκες ζωής, προσφέροντας χρώμα και μια αίσθηση ενότητας.

 

Το έργο «Ποδοσφαιριστές-Footballers» δημιουργήθηκε από τον διάσημο Βρετανό φωτογράφο και σκηνογράφο Σερ Σέσιλ Μπίιτον  (1904-1980) γύρω στο 1955. Το άθλημα του ποδοσφαίρου ενέπνευσε αρκετούς εικαστικούς εκείνη την εποχή. Ο πίνακας  ανήκει στη συλλογή της National Portrait Gallery του Λονδίνου (και εκτίθεται συνήθως στο National Football Museum στο Μάντσεστερ). Πρόκειται για μια ελαιογραφία (82 x 97,5 εκ.) που απεικονίζει τη δυναμική δράση σε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα.

Ο πίνακας συλλαμβάνει μια κρίσιμη στιγμή έντασης. Ένας τερματοφύλακας πραγματοποιεί ένα εντυπωσιακό άλμα για να αποκρούσει την μπάλα, ενώ ένας αντίπαλος παίκτης (στα κόκκινα) μπαίνει ορμητικά με τη σειρά του στη φάση και μάλλον πανηγυρίζει πριν καλά-καλά σημειωθεί το τέρμα. Ο Μπίιτον είναι ευρέως γνωστός για τις λαμπερές φωτογραφίες μόδας στο Vogue και τα πορτρέτα διασημοτήτων, αλλά, επίσης, ήταν ποδοσφαιρόφιλος. Στον πίνακα αυτό, διοχετεύει αυτήν την αίσθηση του θεάτρου και του κινηματογραφικού “set design” στο γήπεδο. Οι φιγούρες δεν αποτυπώνονται με ρεαλιστική ψυχρότητα, αλλά με την αίσθηση μιας χορογραφημένης, εξιδανικευμένης κίνησης.

 

Το έργο « Οπαδοί απ΄τις πολυθρόνες - Armchair Supporters» (2004) της Πάμελα Τζουν Κρουκ (γεν. 1945) αποτελεί μια χιουμοριστική και διεισδυτική ματιά στη σύγχρονη κουλτούρα των οπαδών του ποδοσφαίρου. Η Βρετανίδα καλλιτέχνιδα, γνωστή για το ιδιαίτερο σουρεαλιστικό της ύφος, επικεντρώνει το ενδιαφέρον της όχι στο ίδιο το άθλημα, αλλά στους θεατές του.  Ο πίνακας απεικονίζει τρεις άνδρες (και, ως μια σουρεαλιστική πινελιά, μια θεότητα σε φιγούρα ζώου) καθισμένους σε πολυθρόνες, να παρακολουθούν έναν ποδοσφαιρικό αγώνα στην τηλεόραση. Στα χέρια τους κρατούν τα απαραίτητα κουτάκια μπύρας, ενισχύοντας το στερεότυπο του «οπαδού απ’ την πολυθρόνα».  Αντίθετα με άλλους καλλιτέχνες που ζωγραφίζουν τη δράση στο γήπεδο, η Κρουκ επιλέγει να αποθεώσει το κοινό, μετατρέποντας τους καθημερινούς ανθρώπους σε πρωταγωνιστές του πίνακά της

Η σκηνή είναι τοποθετημένη σε εσωτερικό χώρο με χαμηλό φωτισμό, όπου το φως της τηλεόρασης ή μιας λάμπας δημιουργεί έντονες σκιές και μια ελαφρώς «υπνωτιστική» ή ονειρική ατμόσφαιρα. Οι φιγούρες μοιάζουν «παγωμένες» στον χρόνο, απορροφημένες από την οθόνη, δίνοντας μια σχεδόν τελετουργική διάσταση σε μια κατά τα άλλα κοινή δραστηριότητα. Το πιο αναγνωρίσιμο χαρακτηριστικό της ζωγράφου είναι ότι η εικόνα ξεπερνά τα όρια του καμβά και συνεχίζεται πάνω στο ξύλινο πλαίσιο (κάδρο). Αυτό καταργεί τα όρια μεταξύ του έργου τέχνης και του πραγματικού χώρου, «τραβώντας» τον θεατή μέσα στο δωμάτιο με τους οπαδούς.

Το έργο σχολιάζει τη μετάβαση του σύγχρονου αθλητισμού από τα ζωντανά στάδια στην άνεση του σπιτιού. Ο όρος «armchair supporter» χρησιμοποιείται συχνά ειρωνικά για όσους βιώνουν το πάθος του αθλητισμού παθητικά. Η καλλιτέχνης, ωστόσο, αντιμετωπίζει αυτούς τους χαρακτήρες με τρυφερότητα, χιούμορ και μια αίσθηση οικειότητας, αναδεικνύοντας τις δικές τους μικρές «ιεροτελεστίες».

Το πρωτότυπο έργο (ακρυλικό σε ξύλο, 71 x 71 εκ.) ανήκει στη συλλογή έργων τέχνης του Leicestershire County Council στο Ηνωμένο Βασίλειο.

 

Το έργο «Αποδυτήρια Γουότφορντ - Watford Dressing Room» (1953) του Βρετανού καλλιτέχνη  Χούμπερτ Άντριου Φριθ  (1912-1986) αποτελεί έναν από τους πιο εμβληματικούς και ρεαλιστικούς πίνακες που αποτυπώνουν την ανθρώπινη πλευρά του ποδοσφαίρου στα μέσα του 20ού αιώνα. Το έργο δημιουργήθηκε ως συμμετοχή στον πρωτοποριακό διαγωνισμό «Ποδόσφαιρο και Καλές Τέχνες» που διοργάνωσε η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Αγγλίας (FA) το 1953. Σήμερα, ο πίνακας αυτός ανήκει στη συλλογή του National Football Museum στο Μάντσεστερ.

Ο Φριθ, καταξιωμένος προσωπογράφος και χαράκτης της Βασιλικής Ακαδημίας, επισκέφθηκε το στάδιο Vicarage Road της Γουότφορντ - Watford FC το 1953 αναζητώντας έμπνευση.  Εκείνη την περίοδο η ομάδα αγωνιζόταν στις χαμηλές κατηγορίες (Third Division South). Η ατμόσφαιρα δεν είχε καμία σχέση με τη λάμψη του σύγχρονου ποδοσφαίρου, γεγονός που αντανακλάται στην απλότητα του χώρου. Τα αποδυτήρια παρουσιάζονται γυμνά, χρηστικά και εσωστρεφή, δημιουργώντας μια αίσθηση καταφυγίου αλλά και απομόνωσης από τους φιλάθλους. Οι παίκτες φορούν την ιστορική μπλε και λευκή στολή που χρησιμοποιούσε η Γουότφορντ εκείνη την εποχή (πριν υιοθετήσει το σημερινό κίτρινο, κόκκινο και μαύρο). Στο προσκήνιο (κάτω δεξιά) απεικονίζεται ο Τόνι Κόλινς, ο οποίος αργότερα έγραψε ιστορία ως ο πρώτος μαύρος προπονητής στο αγγλικό επαγγελματικό ποδόσφαιρο.

Ο πίνακας δεν εστιάζει στη δράση του αγώνα, αλλά στη σωματική και ψυχολογική αποφόρτιση των παικτών αμέσως μετά τη λήξη του. Ο ζωγράφος χρησιμοποιεί την εμπειρία του ως προσωπογράφος για να αναδείξει τη διαφορετική προσωπικότητα και διάθεση του κάθε ποδοσφαιριστή. Άλλοι εμφανίζονται εξαντλημένοι, άλλοι σκεπτικοί και άλλοι αποστασιοποιημένοι. Το έργο ξεχωρίζει γιατί απομυθοποιεί τον αθλητή. Αντί να παρουσιάσει τους ποδοσφαιριστές ως απρόσιτους ήρωες, ο καλλιτέχνης στρέφει το βλέμμα στην ευάλωτη, ανθρώπινη πλευρά τους, καθιστώντας τον πίνακα ένα πολύτιμο τεκμήριο της κοινωνικής ιστορίας του αθλητισμού.

 

Ο πίνακας "Γήπεδο ποδοσφαίρου Σόγιερ - Football Field, Sóller" (1965) του καταξιωμένου Αυστραλού ζωγράφου Τζέφρι Σμαρτ (1921–2013) είναι ένα εξαιρετικό δείγμα ζωγραφικής του ρεύματος ακρίβειας καθώς και του σουρεαλισμού. Ο Σμαρτ είναι διεθνώς γνωστός για τη χαρακτηριστική απόδοση του σύγχρονου ρεαλισμού, τοποθετώντας μοναχικές φιγούρες μέσα σε αινιγματικά, αστικά ή βιομηχανικά τοπία. Το έργο απεικονίζει τη μονότονη γεωμετρία του σύγχρονου αστικού τοπίου συνδυασμένη με την απομόνωση.

 Ο Σμαρτ έζησε και εργάστηκε στην Ευρώπη (Ιταλία) κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ταξιδεύοντας συχνά στη Μεσόγειο. Το έργο είναι εμπνευσμένο από τις διακοπές του καλοκαιριού του 1965 στην ιστορική πόλη Σόγιερ της Μαγιόρκας. O πίνακας χαρακτηρίζεται από αυστηρές, καθαρές γραμμές. Ο Σμαρτ τις εμπνεύστηκε από τα έντονα, επίπεδα σχήματα των βιομηχανικών και αστικών χώρων. Το γήπεδο δεν είναι άμεσα ορατό με την πρώτη ματιά. Παρατηρώντας το, ο θεατής συνειδητοποιεί ότι η θέα του γηπέδου εμποδίζεται ή αποτελεί ένα "παιχνίδι" προοπτικής μέσα στο αστικό περιβάλλον της Μαγιόρκας.

 Όπως σε πολλά από τα πιο αναγνωρίσιμα έργα του, ο ζωγράφος τοποθετεί μια μοναχική φιγούρα στο προσκήνιο, ένα άτομο που κάθεται κάτω από μια ομπρέλα στις κερκίδες και κοιτάζει με κάποια περιέργεια προς τον θεατή. Αυτή η απρόσμενη ανθρώπινη παρουσία δίνει έναν σχεδόν κινηματογραφικό ή σουρεαλιστικό χαρακτήρα στο έργο.

 

 

Στη δραματική γεωργιανή ταινία του 2021 « Τι Βλέπουμε Όταν Κοιτάμε τον Ουρανό;» του Αλεξάντρ Κομπερίτζε ( Βραβείο Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου στο Φεστιβάλ Βερολίνου 2021, ειδική μνεία για «την αυθεντική και ουμανιστική της προσέγγιση» στο 62ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης ) η Λίζα και ο Γκιόργκι συναντιούνται τυχαία έξω από ένα σχολείο, ερωτεύονται κεραυνοβόλα και δίνουν ραντεβού για την επόμενη μέρα. Μια κατάρα, όμως, θα αλλάξει κατά τη διάρκεια της νύχτας την εμφάνισή τους. Πώς θα αναγνωρίσει τώρα ο ένας τον άλλον; Οι λεπτομέρειες της καθημερινότητας γίνονται ποιητικοί πρωταγωνιστές σε ένα σύγχρονο ρομαντικό παραμύθι. Τρυφερό και διασκεδαστικό, μα πάνω απ’ όλα απρόσμενα πρωτότυπο και λυτρωτικά κινηματογραφόφιλο.

Στην ταινία, το ποδόσφαιρο λειτουργεί ως ένα ποιητικό, ενωτικό σύμβολο της κοινής ζωής και της συλλογικής χαράς. Συγκεκριμένα, ο πρωταγωνιστής Γκιόργκι είναι ποδοσφαιριστής, ενώ η έξαρση του Παγκόσμιου Κυπέλλου διαποτίζει ολόκληρη την πόλη. Η ταινία γυρίστηκε στην πόλη Κουτάισι της Γεωργίας την περίοδο του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Το ποδόσφαιρο αποτελεί μια παγκόσμια γλώσσα, έναν συνδετικό κρίκο για ολόκληρη την τοπική κοινωνία, συμβολίζοντας την ενότητα, το παιχνίδι και την ομαδικότητα.

Το ποδόσφαιρο παίζει τους εξής συμβολικούς ρόλους στην ταινία:

  • Ένωση των ανθρώπων: Τα καφενεία γεμίζουν με κόσμο και αδέσποτα σκυλιά που παρακολουθούν τους αγώνες μαζί, υπογραμμίζοντας τη μαγεία της καθημερινότητας.
  • Συναισθηματική σύνδεση: Ο αθλητισμός φέρνει κοντά αγνώστους και αντανακλά τον παλμό της πόλης.
  • Παράλληλο θέμα με την αγάπη: Η προσμονή και το απρόβλεπτο ενός ποδοσφαιρικού αγώνα αντικατοπτρίζουν το απρόβλεπτο και τη χαρά του έρωτα, που δοκιμάζεται όταν οι ήρωες ξυπνούν με νέα όψη λόγω της κατάρας, που προαναφέραμε.

Η περίφημη σκηνή με το ποδόσφαιρο στη μέση της ταινίας λειτουργεί ως οπτική και φιλοσοφική «ανάσα». Σηματοδοτεί τη μετάβαση στο δεύτερο μέρος της ιστορίας, υπενθυμίζοντάς μας ότι ο κόσμος γύρω μας είναι γεμάτος ομορφιά και μαγεία, αν απλώς σταματήσουμε να παρατηρούμε και αρχίσουμε πραγματικά να βλέπουμε.

Ο σκηνοθέτης επιλέγει με τη σκηνή αυτή να κάνει ένα μεγάλο διάλειμμα από τη ρομαντική ιστορία της Λίζας και του Γκιόργκι. Αποφεύγει τις δραματικές εξελίξεις και εστιάζει αποκλειστικά σε μια ομάδα παιδιών που παίζουν ποδόσφαιρο σε αργή κίνηση (slow-motion), υπό τους ήχους του ιταλικού ύμνου του Παγκοσμίου Κυπέλλου.  Ο σκηνοθέτης επιλέγει συνειδητά να μην ακολουθήσει τις συμβάσεις ενός παραδοσιακού αφηγηματικού κινηματογράφου. Η σκηνή μάς καλεί να βιώσουμε τον κόσμο μέσα από τα μάτια των απλών ανθρώπων, προτρέποντάς μας να εκτιμήσουμε τις μικρές, φαινομενικά ασήμαντες στιγμές της ζωής ( βλ. και ανάλογη άσκησή μας  https://tinyurl.com/yr3vwawn )

Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ.mp4

Το «Τι Βλέπουμε Όταν Κοιτάμε τον Ουρανό;», δεν θα μπορούσε να έχει έναν καλύτερο τίτλο, αφού όπως κι ο μεγάλος γαλάζιος θόλος πάνω από τα κεφάλια μας, έτσι και η ταινία του Κομπερίτζε είναι κάτι στο οποίο μπορείς να δεις όχι μόνο ό,τι υπάρχει εκεί, αλλά να γίνει ο καμβάς για να προβάλλεις πάνω της οτιδήποτε άλλο θες. Με μια αφήγηση που δεν κλείνεται ερμητικά στον εαυτό της, αλλά μπορεί να δώσει «πρωταγωνιστικό ρόλο» στα πάντα, από τα αδέσποτα σκυλιά, μια παρέα παιδιών που παίζουν ποδόσφαιρο ή μια μπάλα που επιπλέει στο ποτάμι, η ταινία γίνεται ένα μωσαϊκό από εικόνες και ιστορίες, από πράγματα μικροσκοπικά που όμως μπορούν να δείχνουν μεγαλειώδη, από προσωπικές, άγνωστες μυθολογίες που μπορούν να μοιάζουν με τις δικές σου που κρατάς κρυμμένες μέσα στην καρδιά ή το μυαλό σου.

 

Σήμερα λοιπόν, ανήμερα  της γιορτής του πατέρα -τρίτη Κυριακή του Ιούνη  μου ‘ρθε βλέπετε να τελειώσω αυτήν την άσκηση-  ας σας πω κι εγώ δυο λόγια που κρατώ κρυμμένα μέσα στην καρδιά και το μυαλό μου (ένα είναι αυτά τα δυο). Ο πατέρας μου αγαπούσε το ποδόσφαιρο κι ασχολιόταν με την ομάδα του τον Ολυμπιακό, που είναι και η δική μου ομάδα∙ νέος, πήγαινε τακτικά στο γήπεδο κι αργότερα με είχε πάρει κι εμένα μαζί του μια δυο φορές - ομολογώ δεν ήμουνα για παραπάνω… Έφυγε από τη ζωή, σχετικά αιφνίδια, πριν 16 χρόνια τέτοια εποχή, λίγες μέρες - ούτε δυο βδομάδες συγκεκριμένα -  μετά τον τελικό του Μουντιάλ του 2010 στη Νότια Αφρική. Ήταν το τελευταίο του Μουντιάλ. Μικρός σαν ήμουν, τον θυμάμαι στην πολυθρόνα του σαλονιού μας, σαν κάποιο απ’ τα πρόσωπα στον πίνακα της Κρουκ, να παθιάζεται με τη Βραζιλία στα Μουντιάλ εκείνης της εποχής. Τον φαντάζομαι νεότερο, στα 20 και στα 30 του, σαν κάποια απ’ τις «ανώνυμες» φευγαλέες ανθρώπινες φιγούρες του Λόουρι ή της Τζούσα, να πηγαίνει στο γήπεδο και να παθιάζεται κι εκεί με τον «Θρύλο». Κάπου στο 2000, από ένα μαγαζί στην Ομόνοια, του είχα πάρει δώρο ένα μπρελόκ του Ολυμπιακού. Δεν θα ξεχάσω όσο ζω - μπορεί και αργότερα - τη λάμψη στο βλέμμα του όταν του το έδωσα. Το φύλαγε στο συρτάρι του κομοδίνου του ευλαβικά και το ξαναείδα πια όταν μαζέψαμε τα  πράματά του, όταν μας άφησε. Ο πατέρας μου δεν με συνάντησε να μοιραστούμε τη ντοπαμίνη μου στις αγαπημένες μου άριες του Βέρντι ή στα μεγαλόπνοα ορχηστρικά κρεσέντι του Μπρούκνερ. Εγώ δεν τον συνάντησα να μοιραστώ τη ντοπαμίνη του στις ζητωκραυγές του ’04, όταν πήραμε το Ευρωπαϊκό, ή πάνω απ’ το 1, το 2 ή το Χ στα δελτία του ΠΡΟΠΟ τα σαββατιάτικα απομεσήμερα της παιδικής μου ηλικίας ή ,αργότερα, στο Stoiximan. Τα βλέμματα κι οι ψυχές μας όμως συναντήθηκαν τότε μ’ εκείνο το μπρελόκ και τώρα με τούτη την άσκηση που αφιερώνω στη μνήμη του.

Ερώτηση 1 / 1 (Ελεύθερου Κειμένου — 10 βαθμοί) 

Μιλήστε μου ελεύθερα γιατί σας αρέσει το ποδόσφαιρο και τι θέση κατέχει στη ζωή σας.