Μάθημα : ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΕΣ ΑΞΙΕΣ & ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΙΑΤΡΙΚΗ
500800 - Α. Χ. Λάζαρης, Καθηγητής Παθολογικής Ανατομικής - Κ. Καλαχάνης, Δρ Φιλοσοφίας - Μ. Γιάνναρη, M.Ed. - Δρ Ε. Μανού, Κοινωνιολόγος-Εκπαιδευτικός
ΤΡΕΙΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΠΡΙΝ ΝΥΧΤΩΣΕΙ
Τα φθινοπωρινά απογεύματα κατά κανόνα δεν έχουν τίποτε το δραματικό. Το φως απλώς χαμηλώνει αργά, οι σκιές μεγαλώνουν, ο αέρας γίνεται πιο δροσερός και η πόλη μοιάζει για λίγο πιο ήσυχη. Είναι μια γλυκιά ώρα ανάμεσα στην ημέρα και στη νύχτα, όπου η γαλήνη και η μελαγχολία συνυπάρχουν χωρίς η μια να υπερισχύει της άλλης. Αυτήν ακριβώς την αρμονική ισορροπία μοιάζει να εκφράζει ο Γιοχάνες Μπραμς (1833-1897) στα «Τρία Ιντερμέτζο για σόλο πιάνο» έργο (Op.) 117. Η φθινοπωρινή ατμόσφαιρα της μουσικής του Γερμανού ρομαντικού συνθέτη μάς έχει απασχολήσει ήδη από την πρώτη χρονιά του μαθήματός μας ( https://tinyurl.com/mfm2y6mv ). Η τριάδα των ιντερμέτζο του έργου του 117 είναι ίσως εκείνο από τα ώριμα έργα του Μπραμς που ταιριάζει περισσότερο με εκείνη τη γλυκιά, ελαφρώς μελαγχολική ατμόσφαιρα των φθινοπωρινών απογευμάτων. Ο Μπραμς έγραψε αυτά τα τρία ιντερμέτζο το 1892, προς το τέλος της δημιουργικής του πορείας, ανήκουν λοιπόν στην ύστερη, εσωστρεφή περίοδό του. Δεν πρόκειται για μουσική που θέλει να εντυπωσιάσει. Είναι περισσότερο ένας εσωτερικός μονόλογος, μια μουσική προσωπικής μνήμης και σιωπηλής περισυλλογής. Ο Έντουαρντ Χάνσλικ τα χαρακτήρισε «μονολόγους», ενώ η φράση του ίδιου του συνθέτη «νανουρίσματα των πόνων μου» αποκαλύπτει ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο τον συναισθηματικό τους κόσμο. Η ηχογράφηση του Ρουμάνου πιανίστα Ράντου Λούπου για τη δισκογραφική εταιρεία Decca, που πραγματοποιήθηκε στο Kingsway Hall του Λονδίνου το 1970, αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές αποτυπώσεις της ιδιαίτερης, εσωτερικής σχέσης του εν λόγω πιανίστα με τον Μπραμς.
Λίλα Κάμποτ Πέρι: Φθινοπωρινό απόγευμα στο Ζιβερνί (περίπου 1905-9). Η Αμερικανίδα καλλιτέχνις αποδίδει ένα ήρεμο φθινοπωρινό τοπίο, με χαμηλό απογευματινό φως και χρυσοπράσινες αποχρώσεις, δημιουργώντας αίσθηση γαλήνης και εσωτερικότητας. Το έργο, επηρεασμένο από τον Κλοντ Μονέ, ο οποίος εμπνεύστηκε επανειλημμένα από την ίδια τοποθεσία, ταιριάζει ιδανικά με τον ήχο του Μπραμς. Όπως και το πρώτο ιντερμέτζο, ο πίνακας μοιάζει να συνδυάζει την ηρεμία με μια διακριτική εσωτερική κίνηση, τρυφερότητα και νοσταλγία. Η γαλήνια ατμόσφαιρά του αντανακλά τον λυρικό, σχεδόν νανουριστικό χαρακτήρα της μουσικής.
Το πρώτο ιντερμέτζο, σε Μι ύφεση μείζονα, μετρίως αργά, σε ρυθμό βαδίσματος- andante moderato, είναι ίσως το πιο τρυφερό από τα τρία. Η μουσική αρχίζει σχεδόν σαν ένα απαλό νανούρισμα. Η επαναλαμβανόμενη, κυματιστή κίνηση των φθόγγων δημιουργεί την αίσθηση μιας ήρεμης αναπνοής. Το φθινοπωρινό απόγευμα εδώ δεν είναι ακόμη σκοτεινό. Είναι η στιγμή που ο ήλιος χαμηλώνει, αλλά το φως παραμένει ζεστό. Ο Λούπου, στην εκτέλεσή του, αποφεύγει κάθε υπερβολή. Το άγγιγμά του είναι ανάλαφρο, σχεδόν άυλο, και η μελωδία μοιάζει να αναδύεται από τη σιωπή. Η ερμηνεία του έχει περιγραφεί ως ιδιαίτερα προσωπική, λεπτή και χωρίς έντονη κρούση των πλήκτρων, σαν ο ερμηνευτής να αφήνει το πιάνο να αναπνέει αντί να το πιέζει.
Καθώς ακούμε το έργο, μπορούμε να φανταστούμε ένα δωμάτιο με ανοιχτό παράθυρο. Έξω, τα φύλλα κινούνται απαλά και το τελευταίο φως της ημέρας ακουμπά τα δέντρα. Η γλυκύτητα όμως δεν είναι απαλλαγμένη από τη σκιά της απώλειας. Κάτω από το νανούρισμα υπάρχει η επίγνωση ότι η ημέρα τελειώνει.
Ισαάκ Λεβιτάν: Λυκόφως. Σελήνη (1899). Σιωπηλός και εσωτερικός πίνακας. Το φθινοπωρινό τοπίο βρίσκεται ανάμεσα στη μέρα και στη νύχτα· η σελήνη έχει ήδη εμφανιστεί, ενώ το τελευταίο φως της μέρας παραμένει στον ορίζοντα. Βαθιά μελαγχολία, με το τοπίο να μεταφέρει την αίσθηση της μοναξιάς και της εσωτερικής θλίψης. Αυτός ο πίνακας ταιριάζει στη λεπτή, σχεδόν εξομολογητική ποιότητα του δεύτερου ιντερμέτζο.
Στο δεύτερο ιντερμέτζο, σε σι ύφεση ελάσσονα, σε μέτρια, όχι υπερβολικά αργή ταχύτητα, με μεγάλη εκφραστικότητα-andante non troppo e con molta espressione, το φως έχει πλέον χαμηλώσει. Εδώ η φθινοπωρινή εικόνα γίνεται πιο εσωτερική. Η μουσική μοιάζει με περίπατο αργά το απόγευμα, όταν ο ουρανός έχει αρχίσει να γκριζάρει και ο άνθρωπος μένει περισσότερο με τις σκέψεις του παρά με ό,τι συμβαίνει γύρω του. Η μελωδία έχει μια βαθιά, σχεδόν ανεπαίσθητη θλίψη, χωρίς ποτέ να γίνεται μελοδραματική. Έχει ειπωθεί ότι το κομμάτι μπορεί να θυμίσει το φως του φεγγαριού πάνω σε νερό ή τη διάχυτη λάμψη του μέσα από τα σύννεφα.
Εδώ ο Λούπου είναι εξαιρετικός, ακριβώς επειδή δεν εξηγεί τη θλίψη. Την αφήνει να υπάρχει. Οι παύσεις, οι μικρές καθυστερήσεις, οι διακριτικές αλλαγές στη δυναμική και κυρίως η ποιότητα του ήχου δημιουργούν την αίσθηση μιας σκέψης που επιστρέφει ξανά και ξανά στο ίδιο σημείο. Δεν ακούμε έναν πιανίστα που «παίζει συγκινητικά». Ακούμε έναν άνθρωπο που σκέφτεται. Γι’ αυτό και η ερμηνεία αποκτά την ιδιαίτερη οικειότητα ενός προσωπικού ημερολογίου.
Εμίλ Νόλντε: Φθινοπωρινό δειλινό στο Άλσεν (1903). Το τελευταίο φως του φθινοπώρου πριν η μνήμη βυθιστεί στη νύχτα. Το φθινοπωρινό τοπίο του Νόλντε βρίσκεται σε μια μεταβατική στιγμή, όπου το τελευταίο φως συναντά το σκοτάδι. Τα έντονα χρώματα κρύβουν εσωτερική ένταση, όπως η μουσική του Μπραμς, που κινείται ανάμεσα στη μνήμη και την παραίτηση.
Στο τρίτο ιντερμέτζο, η σκοτεινή μουσική κλίμακα ντο δίεση ελάσσονα φωτίζεται στιγμιαία από τη Λα μείζονα, δημιουργώντας έναν κόσμο λυκόφωτος. Η εσωτερική κίνηση και η αίσθηση θρήνου και απώλειας κάνουν τη ζωγραφική και τη μουσική βαθιά συγγενικές.
Στα δάκτυλα του Λούπου, όμως, ακόμη και εδώ η συγκίνηση παραμένει εσωτερική. Δεν υπάρχει κραυγή· υπάρχει ανάμνηση. Το πιάνο μοιάζει να ψιθυρίζει κάτι που ο άνθρωπος έχει ήδη αποδεχθεί, χωρίς όμως να έχει πάψει να το αισθάνεται. Το κεντρικό τμήμα, πιο φωτεινό, λειτουργεί σαν μια σύντομη επιστροφή της ελπίδας — όπως όταν, λίγο πριν νυχτώσει, ένα τελευταίο άνοιγμα στον ουρανό αφήνει να περάσει μια λωρίδα χρυσού φωτός. Ύστερα η μουσική επιστρέφει στη σκιά.
Έτσι, τα τρία αυτά ιντερμέτζο μπορούν να ακουστούν σαν τρεις στιγμές ενός φθινοπωρινού απογεύματος: το πρώτο είναι το ζεστό φως, το δεύτερο η ώρα της περισυλλογής και το τρίτο η σιωπηλή μετάβαση προς τη νύχτα. Η ερμηνεία του Λούπου ενισχύει αυτή την αίσθηση, επειδή ο καλλιτέχνης αντιλαμβάνεται τον Μπραμς ως συνθέτη-δημιουργό μικρών, σχεδόν αόρατων συναισθηματικών μεταβολών. Η ηχογράφηση που ακούσαμε, έχει περιγραφεί ως «μελωδικά όμορφη», βαθιά και γενναιόδωρη, με έναν ήχο που παραμένει στη μνήμη.
Ίσως τελικά το βαθύτερο μήνυμα των τριών αυτών ιντερμέτζο να είναι αυτό: η ομορφιά δεν βρίσκεται μόνο στη χαρά, αλλά και στην ήρεμη αποδοχή του χρόνου που περνά. Όπως ένα φθινοπωρινό απόγευμα δεν χρειάζεται να εντυπωσιάσει για να είναι όμορφο, έτσι και η μουσική του Μπραμς δεν προσπαθεί να προβάλει ή να νικήσει τη μελαγχολία. Της κάνει απλώς χώρο για να υπάρξει — και μέσα από αυτήν ο ακροατής ανακαλύπτει μια σπάνια, γλυκιά γαλήνη.
Σχόλια (0)