Μάθημα : ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΕΣ ΑΞΙΕΣ & ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΙΑΤΡΙΚΗ
500800 - Α. Χ. Λάζαρης, Καθηγητής Παθολογικής Ανατομικής - Κ. Καλαχάνης, Δρ Φιλοσοφίας - Μ. Γιάνναρη, M.Ed. - Δρ Ε. Μανού, Κοινωνιολόγος-Εκπαιδευτικός
Ήταν ψυχικά διαταραγμένοι οι Ναζί?
Η ακραία βαρβαρότητα και τα εγκλήματα των Ναζί κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο οδήγησαν στην
αντίληψη, τόσο κατά τη διάρκειά του όσο και μετέπειτα, ότι οι δράστες δεν μπορούσαν παρά να
ήταν ψυχικά διαταραγμένοι. Επικράτησε η άποψη πως μόνο άτομα με σοβαρές ψυχιατρικές
παθήσεις θα ήταν ικανά να ενορχηστρώσουν και να εκτελέσουν τέτοιες θηριωδίες.
Αν ίσχυε αυτή η αντίληψη, θα έπρεπε να υποθέσουμε ότι περίπου 8,5 εκατομμύρια άτομα (περίπου το 10% του
πληθυσμού) έπασχαν από σοβαρή ψυχική διαταραχή και, μάλιστα, από μια
διαταραχή που θα τα καθιστούσε βίαια και απολύτως αδίστακτα.
Οι σοβαρές ψυχικές παθήσεις, δηλαδή εκείνες που προκαλούν σημαντική έκπτωση στην κοινωνική,
επαγγελματική ή προσωπική λειτουργικότητα του ατόμου, υπολογίζεται ότι επηρεάζουν σταθερά
περίπου το 4% του γενικού ενήλικου πληθυσμού. Βέβαια, η συντριπτική πλειονότητα (>90%) αυτών
δεν εκδηλώνει ποτέ βίαιη συμπεριφορά, σύμφωνα πάντα με μεγάλες επιδημιολογικές μελέτες,
όπως η εκτεταμένη αμερικανική έρευνα NESARC.
Προκύπτει έτσι ένα κρίσιμο ερώτημα: τι συνέβη εκείνα τα χρόνια; Οι αριθμοί δεν δικαιολογούν την
έκταση της βίας. Υπήρξε κάποιο αίτιο που πυροδότησε την εκδήλωση ψυχικών νόσων; Μήπως ο
πληθυσμός απλώς παρακινήθηκε από λίγους ψυχικά διαταραγμένους ηγέτες;
Nuremberg trials defendants dock historical photo
Το σοκαριστικό πόρισμα στο οποίο κατέληξαν οι επιστήμονες ήταν πως οι Ναζί ηγέτες δεν ήταν
ψυχικά ασθενείς ούτε έπασχαν από κάποια κλινική ψύχωση που θα τους καθιστούσε
ακαταλόγιστους.
Οι εξετάσεις ανέδειξαν ακραία στοιχεία ναρκισσισμού, παντελή απουσία ενσυναίσθησης και ψυχρή
αποστασιοποίηση, αλλά όχι ενδείξεις κλινικής ψύχωσης. Οι περισσότεροι μάλιστα σκόραραν πάνω
από τον μέσο όρο στα τεστ ευφυΐας. Το γεγονός ότι άνθρωποι χωρίς σοβαρή διαγνωσμένη ψυχική
διαταραχή οργάνωσαν το Ολοκαύτωμα ήταν ίσως πιο τρομακτικό από το ενδεχόμενο να ήταν ψυχικά ασθενείς.
Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ερμηνεία για την παρατήρηση αυτή δίνει η Γερμανοεβραία
φιλόσοφος Χάνα Άρεντ (Hannah Arendt) στο βιβλίο της «Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ: Μια έκθεση
για την κοινοτοπία του κακού» (1963).
Eichmann during the trial, from the Tuviah Friedman Archive at the National Library of Israel
Αφορμή για αυτήν στάθηκε η δίκη του Άντολφ Άιχμαν, ενός από τους βασικούς αρχιτέκτονες του
Ολοκαυτώματος, υπεύθυνου για την οργάνωση της μεταφοράς των Εβραίων στα στρατόπεδα. Η
Άρεντ, παρακολουθώντας τη δίκη, παρατήρησε πως ο Άιχμαν δεν φαινόταν ούτε ψυχοπαθής ούτε
σαδιστής. Ήταν ένας μετριότατος, ρηχός γραφειοκράτης, ένας υπάλληλος καριέρας που
ενδιαφερόταν κυρίως για την επαγγελματική του ανέλιξη και για το να εκτελεί άψογα τα καθήκοντά
του.
Ωστόσο, η έννοια της «κοινοτοπίας του κακού» δεν σημαίνει απλώς ότι ένας «φυσιολογικός»
άνθρωπος μπορεί να διαπράξει κακό. Η Άρεντ εστίασε περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο ένας
άνθρωπος μπορεί να συμμετέχει σε ένα σύστημα ακραίας βίας, χωρίς να ασκεί ουσιαστική
προσωπική κρίση πάνω στις πράξεις του. Το βασικό χαρακτηριστικό που ανέδειξε στην περίπτωση
του Άιχμαν ήταν η αδυναμία ή απροθυμία του να σκεφτεί κριτικά, να θέσει υπό αμφισβήτηση τις
εντολές που λάμβανε και να αναλάβει προσωπική ηθική ευθύνη για τις συνέπειες των πράξεών
του.
Ο Άιχμαν μιλούσε με υπηρεσιακά κλισέ και παρουσίαζε τις πράξεις του ως απλή εκτέλεση
καθηκόντων. Η εξόντωση εκατομμυρίων ανθρώπων μπορούσε, μέσα στο γραφειοκρατικό σύστημα,
να μετατραπεί σε «δρομολόγια», «αριθμούς», «στατιστικές» και «γραφειοκρατικό ζήτημα». Δεν
σκότωνε ο ίδιος με τα χέρια του· υπέγραφε έγγραφα και οργάνωνε τρένα. Η απόσταση ανάμεσα στην
πράξη και στην άμεση συνέπειά της διευκόλυνε την αποσύνδεση της καθημερινής εργασίας από
την ανθρώπινη σημασία της.
Η θεωρία της Άρεντ συνδέεται έτσι με το ευρύτερο ερώτημα που ανέδειξαν και οι ψυχολογικές
εξετάσεις των κατηγορουμένων στη Νυρεμβέργη: η ακραία εγκληματική συμπεριφορά δεν
προϋποθέτει κατ’ ανάγκην την παρουσία σοβαρής ψυχικής ασθένειας. Μπορεί να εκδηλωθεί και
από ανθρώπους χωρίς σοβαρή διαγνωσμένη ψυχική διαταραχή, όταν αυτοί εντάσσονται σε ένα
ολοκληρωτικό σύστημα, αποδέχονται άκριτα τους κανόνες του και παραιτούνται από την
προσωπική τους ηθική κρίση. Όταν το κακό νομιμοποιείται από το κράτος και μετατρέπεται σε
διοικητική ρουτίνα, η προσωπική ευθύνη μπορεί να αποδυναμωθεί μέσα σε έναν μηχανισμό όπου
ο καθένας εκτελεί ένα μικρό, φαινομενικά «τεχνικό», μέρος μιας συνολικής διαδικασίας εξόντωσης.
Η τάση της κοινωνίας να αποδίδει τα ειδεχθή εγκλήματα σε ψυχιατρικά αίτια πηγάζει από μια
βαθύτερη, αμυντική ανάγκη διαφοροποίησης από το κακό.
Δεν είναι λίγες οι φορές που, μετά από κάποιο στυγερό έγκλημα, κυριαρχούν στον δημόσιο λόγο
φράσεις όπως «ήταν τρελός» ή «έπρεπε να είναι σε ψυχιατρείο». Μέσω αυτής της ρητορικής, η
κοινή γνώμη προσπαθεί να δημιουργήσει μια καθησυχαστική απόσταση. Είναι ψυχολογικά πολύ
πιο βιώσιμο να καταταχθεί ένας δράστης στην κατηγορία του «τέρατος» ή του «ψυχασθενούς»,
παρά να αναγνωριστεί η δυσάρεστη αλήθεια: ότι η αγριότητα αποτελεί εν δυνάμει μέρος της
ανθρώπινης φύσης υπό ορισμένες συνθήκες. Ωστόσο, τέτοιου είδους απλουστεύσεις υποκρύπτουν
άγνοια και στιγματίζουν άτομα που πάσχουν από ψυχικά νοσήματα.
Τα επιστημονικά δεδομένα καταρρίπτουν κατηγορηματικά τον μύθο της επικινδυνότητας,
δείχνοντας ότι τα άτομα με σοβαρές ψυχικές διαταραχές είναι στατιστικά πολύ πιο συχνά θύματα
παρά δράστες, έχοντας δεκαπλάσιες πιθανότητες θυματοποίησης σε σύγκριση με τον γενικό
πληθυσμό. Η ανάλυση των εγκληματολογικών και σωφρονιστικών στατιστικών επιβεβαιώνει πως η
βίαιη συμπεριφορά δεν αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό των μειζόνων ψυχιατρικών νόσων, όπως
η σχιζοφρένεια. Αντιθέτως, η εκδήλωση βίας συσχετίζεται ισχυρά με διακριτούς παράγοντες
κινδύνου, με προεξάρχουσες τις διαταραχές χρήσης αλκοόλ και ουσιών, καθώς και ορισμένα
χαρακτηριστικά ή διαταραχές προσωπικότητας, όπως η αντικοινωνική και η ναρκισσιστική.
Σε αυτό το πλαίσιο, είναι κρίσιμο να διαχωριστούν αυστηρά οι παθήσεις που μπορούν να
προκαλέσουν έκπτωση της επαφής με την πραγματικότητα, όπως οι ψυχωτικές συνδρομές, από τις
διαταραχές προσωπικότητας. Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, τα άτομα που
διαπράττουν ειδεχθή ή οργανωμένα εγκλήματα διατηρούν πλήρη επαφή με την πραγματικότητα
και ανέπαφες γνωστικές λειτουργίες. Μπορεί να διαθέτουν μια ακραία παρεκκλίνουσα
προσωπικότητα με έλλειμμα ενσυναίσθησης, η οποία όμως δεν συνεπάγεται απώλεια της
ικανότητας να αντιλαμβάνονται τον άδικο χαρακτήρα των πράξεών τους και, συνεπώς, δεν
συνεπάγεται από μόνη της άρση του νομικού καταλογισμού.
Με ιατρικούς όρους, η αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας δεν αποτελεί διαταραχή που
καταλύει κατ’ ανάγκην τη βούληση ή την ικανότητα κρίσης, αλλά αφορά ένα διαρκές πρότυπο
αποκλίνουσας συμπεριφοράς και χαρακτηριστικών της προσωπικότητας. Η παρουσία της, από
μόνη της, δεν σημαίνει ότι το άτομο αδυνατεί να αντιληφθεί τι κάνει ή ποιες συνέπειες έχει η
πράξη του. Το γεγονός ότι απουσιάζουν οι ηθικές αναστολές δεν συνιστά από μόνο του απώλεια
της λογικής ή της επαφής με την πραγματικότητα.
Αντιθέτως, σε ορισμένες ψυχωτικές διαταραχές, όπως η σχιζοφρένεια, η κρίση της
πραγματικότητας μπορεί να διαταραχθεί σημαντικά από συμπτώματα όπως οι παραληρητικές ιδέες
και οι ψευδαισθήσεις. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι κάθε άτομο με σχιζοφρένεια είναι
ακαταλόγιστο ή βίαιο· η επίδραση μιας ψυχικής διαταραχής στην ικανότητα καταλογισμού
αξιολογείται εξατομικευμένα.
Η σαφής αυτή διάκριση σε κλινικό και δικανικό επίπεδο είναι κομβικής σημασίας. Αφενός, αποτελεί
ασπίδα προστασίας για τους ασθενείς με μείζονες ψυχιατρικές νόσους απέναντι στον άδικο
κοινωνικό στιγματισμό και την περιθωριοποίηση. Αφετέρου, θωρακίζει το νομικό σύστημα,
αποτρέποντας την εργαλειοποίηση της «ψυχικής νόσου» ως νομικού άλλοθι από άτομα με
αντικοινωνικά ή ψυχοπαθητικά χαρακτηριστικά που επιδιώκουν την ατιμωρησία.
προχθές - 7:18 μ.μ.